RSS Feeds RSS | Newsletters | Χάρτης |
Νομολογία Ελεγκ.Συνεδρίου - ΕΣ/Τ4/152/2003

Από: klagoudis | 11/11/2003


Αριθμ. Πράξεως 152

Συν/σεως 26η/11.11.2003

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ 1

  

Αποτελούμενο από τον Πρόεδρο του Τμήματος, Αντιπρόεδρο  Γεώργιο-Σταύρο Κούρτη, τους Συμβούλους Ιωάννη Κωτσόπουλο και Ελένη Φώτη (εισηγήτρια) και τους  Παρέδρους Νικόλαο Μηλιώνη και Ευαγγελία-Ελισάβετ Κουλουμπίνη,  οι οποίοι  μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο, συνεδρίασε στην αίθουσα διασκέψεων του Καταστήματός του που βρίσκεται στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2003, με την παρουσία της Γραμματέως του Δήμητρας Παρασκευοπούλου, για να αποφανθεί ύστερα από σχετική διαφωνία, που ανέκυψε μεταξύ της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Υπουργείο Οικονομικών και της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου στο ίδιο Υπουργείο, αν πρέπει να θεωρηθεί το υπ’ αριθ. 5169 χρηματικό ένταλμα πληρωμής, οικονομικού έτους 2003, της ανωτέρω υπηρεσίας.

 

Αφού μελέτησε τα στοιχεία του φακέλου

και

έλαβε υπόψη

 

Την 141/2003 έγγραφη γνώμη του Αντεπιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ----------------------, με την οποία προτείνεται η θεώρηση του ελεγχόμενου χρηματικού εντάλματος. 

 

Σκέφθηκε κατά το νόμο

 

1. Η Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου στο Υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε το υπ’ αριθ. 3092, οικονομικού έτους 2003, χρηματικό ένταλμα, με το οποίο δινόταν εντολή να πληρωθεί ποσό 6.661,79 ευρώ στους αναφερόμενους στην επισυναπτόμενη σ’ αυτό κατάσταση υπαλλήλους του ίδιου Υπουργείου ως αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις μηνός Ιανουαρίου 2003 της, συσταθείσας με το άρθρο 17 του ν. 2860/2000, Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου που λειτουργεί στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Η Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο ανωτέρω Υπουργείο, με την 15/22.5.2003 πράξη της, αρνήθηκε να θεωρήσει το χρηματικό αυτό ένταλμα με την αιτιολογία ότι η εντελλόμενη δαπάνη, κατά το μέρος που αφορά στην καταβολή αμοιβής 733,68 ευρώ στον Πρόεδρο της εν λόγω επιτροπής, δεν είναι νόμιμη, καθόσον οι συνολικές αποδοχές του συγκεκριμένου υπαλλήλου, μαζί με την επίμαχη αμοιβή, υπερβαίνουν το ανώτατο όριο αποδοχών που τίθεται με το άρθρο 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999. Η ανωτέρω υπηρεσία δημοσιονομικού ελέγχου ακύρωσε το προαναφερόμενο χρηματικό ένταλμα και σε αντικατάστασή του εξέδωσε, για την ίδια αιτία, το υπ’ αριθ. 5169, οικονομικού έτους 2003, όμοιο, το οποίο, με το 7732/8.7.2003 έγγραφό της, υπέβαλε εκ νέου για θεώρηση στην Επίτροπο, υποστηρίζοντας τη νομιμότητα της εντελλόμενης με αυτό δαπάνης για τους λόγους που αναφέρονται στο επισυναπτόμενο 2/38001/0095/3.7.2003 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Ειδικότερα, στο τελευταίο αυτό έγγραφο το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους υποστηρίζει ότι στο ανώτατο όριο αποδοχών των υπαλλήλων, που σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999, δεν μπορούν να υπερβαίνουν το σύνολο των εκάστοτε αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου δεν συνυπολογίζονται οι αμοιβές για πρόσθετες υπηρεσίες που, ως εν προκειμένω, προσφέρει ο υπάλληλος εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας και πέραν των κυρίων καθηκόντων του, καθόσον σύμφωνα το άρθρο 2 του ν. 2303/1995 στις αποδοχές των υπαλλήλων περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός, τα πάγια επιδόματα και οι παροχές για ειδικές εργασίες εντός των κυρίων καθηκόντων και εντός του κατά νόμον υποχρεωτικού ωραρίου απασχόλησής τους. Οι, πέραν τούτων, πρόσθετες απολαβές των υπαλλήλων λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του οριζόμενου στο άρθρο 11 παρ. 11 του ν. 2954/2001 ανώτατου ορίου πρόσθετων απολαβών τους, δηλαδή, την μη υπέρβαση του 50% του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών της οργανικής τους θέσης. Η Επίτροπος, όμως, ενέμεινε στην άρνησή της να θεωρήσει το ανωτέρω ένταλμα κι έτσι ανέκυψε διαφωνία, για την άρση της οποίας νόμιμα απευθύνεται, με την από 12.9.2003 έκθεσή της, στο Τμήμα τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του  άρθρου 21 παρ. 1 του π.δ/τος 774/1980 (ΦΕΚ 189 Α΄) σε συνδυασμό με την 15686/8.7.2002 "περί καθορισμού των Τμημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της αρμοδιότητας αυτών" (ΦΕΚ 1242 Β΄) απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μετά δε την τήρηση και της προβλεπόμενης στο άρθρο 139 παρ. 1 του π.δ/τος 1225/1981 (ΦΕΚ 304 Α΄) διαδικασίας, παραδεκτώς το Τμήμα επιλαμβάνεται της ως άνω διαφωνίας.

2. Το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 1256/1982 ?Για την πολυθεσία, την πολυαπασχόληση και την καθιέρωση ανωτάτου ορίου απολαβών στο δημόσιο τομέα καθώς για το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Νομικό Συμβούλιο του κράτους και άλλες διατάξεις? (ΦΕΚ 65 Α΄), μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του ν. 1326/1983 (ΦΕΚ 19 Α΄) όριζε ότι: «1. Οι συνολικές μηνιαίες καθαρές απολαβές, από οποιοδήποτε φορέα, όπως αυτές προσδιορίζονται με την κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του παρόντος, Υπουργική Απόφαση, που προέρχονται από την άσκηση εργασίας, λειτουργήματος, έργου ή οποιαδήποτε άλλη απασχόληση ή από συνταξιοδοτικό ή ασφαλιστικό φορέα κυρίας και επικουρικής ασφάλισης των μισθωτών γενικά και λειτουργών του δημοσίου τομέα του άρθρου 1 του παρόντος δεν μπορεί να είναι ανώτερες από το συνολικό μηνιαίο ακαθάριστο ποσό των αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου που έχει σύζυγο και δύο (2) τέκνα και συνολική δημόσια υπηρεσία είκοσι εννέα (29) ετών. Στις αποδοχές αυτές συμπεριλαμβάνονται τα επιδόματα συζύγου, τέκνων και σπουδών. ...». Στη συνέχεια, το άρθρο 4 του ν. 2303/1995 «Πληρωμή αποδοχών δημοσίων υπαλλήλων μέσω τραπεζικού συστήματος και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 80 Α΄) όρισε ότι: «1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 6 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α΄), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του ν. 1326/1983 (ΦΕΚ 19 Α΄), αντικαθίσταται, από 1.1.1995, ως εξής: "1. Οι συνολικές μηνιαίες καθαρές απολαβές, από οποιονδήποτε φορέα, όπως αυτές προσδιορίζονται με την κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 1 του άρθρου 2 του παρόντος υπουργική απόφαση, που προέρχονται από την άσκηση εργασίας, λειτουργήματος, έργου ή οποιαδήποτε άλλη απασχόληση ή από συνταξιοδοτικό ή ασφαλιστικό φορέα κύριας και οποιασδήποτε επικουρικής ασφάλισης των μισθωτών γενικά και λειτουργών του δημόσιου τομέα του άρθρου 1 του παρόντος, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το 50/πλάσιο του εκάστοτε τεκμαρτού ημερομισθίου της κατά το άρθρο 37 του α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α') 22ης ασφαλιστικής κλάσης του Ι.Κ.Α....» Εξάλλου, το άρθρο 14 του ν. 2703/1999 ?Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., Ε.Π. των Τ.Ε.Ι., γιατρών Ε.Σ.Υ. και διπλωματικών υπαλλήλων, ρύθμιση συνταξιοδοτικών θεμάτων και άλλες διατάξεις? (ΦΕΚ 72 Α΄) ορίζει ότι: «Από 1ης Ιανουαρίου 1999 παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 2303/1995 (ΦΕΚ 80 Α') και το ανώτατο όριο των ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών διέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 4 του ν. 2512/1997 (ΦΕΚ 138 Α'), της παραγράφου 14 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α'), του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 8 του άρθρου 7 του ν. 2606/1998 (ΦΕΚ 89 Α') και της παραγράφου 10 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου κατά τις διακρίσεις των διατάξεων αυτών. ...». Τέλος, με το άρθρο 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999 ?Ρύθμιση συνταξιοδοτικών θεμάτων σύσταση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ.)», σύστασης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Ειδικού Κεφαλαίου Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. (ΕΔΕΚΤ - Ο.Τ.Ε. Α.Ε.)» και άλλες διατάξεις? (ΦΕΚ 273 Α΄) ορίστηκε ότι: «Η αληθής έννοια των διατάξεων του άρθρου 14 του ν. 2703/1999 (ΦΕΚ 72 Α') είναι ότι το ανώτατο όριο αποδοχών που καθορίζεται από τις διατάξεις αυτές για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ., περιλαμβανομένων και των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και Ε.Π. των Τ.Ε.Ι., δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το σύνολο των εκάστοτε αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου, χωρίς οικογενειακή παροχή».

3. Εξάλλου το άρθρο 3 του προαναφερόμενου ν. 1256/1982 ορίζει ότι «1. Οι λειτουργοί ή υπάλληλοι ή μισθωτοί του δημοσίου τομέα του άρθρου 1 του παρόντος ή ιδιώτες δεν μπορούν να μετέχουν ταυτόχρονα σε περισσότερα από δύο, κάθε είδους μόνιμα και ευκαιριακά συλλογικά όργανα, ήτοι συμβούλια, επιτροπές ή ομάδες εργασίας που λειτουργούν στο χώρο του πιο πάνω δημόσιου τομέα όταν για τη συμμετοχή τους αυτή εισπράττουν οποιαδήποτε αμοιβή. ... 4. Οι πρόσθετες μηνιαίες αποδοχές, ή απολαβές των λειτουργών υπαλλήλων και μισθωτών του δημόσιου τομέα και των συνταξιούχων δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσοστό 30% του συνόλου των τακτικών αποδοχών της οργανικής τους θέσεως από συμμετοχή σε συμβούλια, που προσδιορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών.». Στη συνέχεια, με το άρθρο 19 παρ. 5 του ν. 2470/1997 ?Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις? (ΦΕΚ 40 Α΄)  ορίστηκε ότι «5. Σε καμία περίπτωση και για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορεί το σύνολο των διαφόρων αμοιβών και αποζημιώσεων από συμμετοχή σε συμβούλια, επιτροπές και ομάδες εργασίας να υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) των συνολικών μηνιαίων αποδοχών του υπαλλήλου, όπως προκύπτουν από τις τακτικές αποδοχές και το Κίνητρο Απόδοσης. Οι πάσης φύσεως αμοιβές υπολογίζονται κατά το μήνα πραγματοποίησης της αντίστοιχης εργασίας.». Εξάλλου, με  το άρθρο 15 του προαναφερόμενου ν. 2703/1999 ορίστηκε ότι «Το άρθρο 3 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α') αντικαθίσταται από 1.1.1997 ως εξής : "Με την επιφύλαξη των διατάξεων του πρώτου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 7 του ν. 2606/1998 (ΦΕΚ 89 Α'), οι πρόσθετες μηνιαίες αμοιβές ή απολαβές των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών, του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ., από συμμετοχή τους σε μόνιμα ή ευκαιριακά συλλογικά όργανα των υπηρεσιών αυτών (συμβούλια, επιτροπές και ομάδες εργασίας) δεν μπορεί να υπερβαίνουν το ποσοστό της παραγράφου 5 του άρθρου 19 του ν. 2470/1997".». Τέλος, το άρθρο 11 παρ. 11 του ν. 2954/2001 ορίζει ότι «Το άρθρο 15 του Ν. 2703/1999 (ΦΕΚ 72 Α) αντικαθίσταται από 1.1.2001 ως εξής: "Με την επιφύλαξη των διατάξεων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 8 του άρθρου 7 του Ν. 2606/1998 (ΦΕΚ 89 Α), οι πρόσθετες μηνιαίες αμοιβές ή απολαβές των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από συμμετοχή τους σε μόνιμα ή ευκαιριακά συλλογικά όργανα των υπηρεσιών αυτών (συμβούλια, επιτροπές και ομάδες εργασίας) δεν μπορεί να υπερβαίνουν το 50% του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών της οργανικής τους θέσης?.».

4. Περαιτέρω, ο προαναφερόμενος ν. 2303/1995 ορίζει: στο άρθρο 1 ότι «1. Η πληρωμή των αποδοχών των υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών, όπως αυτές προσδιορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία με βάση τα στοιχεία του προσωπικού τους μητρώου και την επεξεργασία των στοιχείων αυτών από το Κέντρο Πληροφορικής του ίδιου Υπουργείου (ΚΕ.Π.Υ.Ο.), γίνεται μέσω τραπεζών ή πιστωτικών ιδρυμάτων, επιλογής του Δημοσίου με πίστωση ατομικών έντοκων λογαριασμών αυτών (ταμιευτηρίου ή τρεχούμενων). ...» και στο άρθρο 2 ότι «1. Στην έννοια του όρου "αποδοχές", των υπαλλήλων του προηγούμενου άρθρου, περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός, τα πάγια επιδόματα που συνεντέλλονται με αυτόν, καθώς και οι αποζημιώσεις και παροχές για ειδικές ή πρόσθετες εργασίες τους εντός των κύριων καθηκόντων τους. 2. Κάθε άλλη αποζημίωση, που χορηγείται στους ανωτέρω για προσφορά εργασίας εκτός των κύριων καθηκόντων τους, αποτελεί πρόσθετη παροχή ή απολαβή. ...». Επίσης, με το άρθρο 11 παρ. 12 του προαναφερόμενου ν. 2954/2001 ορίστηκε ότι «Οι διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2303/1995 (ΦΕΚ 80 Α) εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ισχύ του Ν. 2470/1997.». 

5.  Τέλος από τη δημοσίευση (8.12.1999) της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999 τίθεται, για όλους, μεταξύ άλλων, τους υπαλλήλους του Δημοσίου, ανώτατο όριο αποδοχών, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνουν το σύνολο των εκάστοτε αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου, χωρίς οικογένεια. Από την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής, με την οποία επαναφέρεται ουσιαστικά σε ισχύ το αντικείμενο του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 1256/1982, έπαυσαν να ισχύουν όλες οι άλλες διατάξεις που ρυθμίζουν «άλλως» το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο του συνόλου των αποδοχών, οπωσδήποτε λαμβανομένων. (Βλ. πρακτικά 9ης γενικής συνεδριάσεως της Ολομ. Ελ.Συν. της 5.4.2000, θέμα Δ΄). Αντικείμενο δε του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 1256/1982 ήταν η θεσμοθέτηση ενός γενικού ανώτατου ορίου απολαβών των υπαλλήλων από κάθε αιτία, εφόσον, βέβαια, οι απολαβές αυτές δεν συναντούν προηγουμένως το συνταγματικό τους όριο (άρθρο 104 παρ. 2 του Συντάγματος). (Βλ. πρακτικά 8ης γενικής συνεδριάσεως της Ολομ. Ελ.Συν. της 8.4.1998). Συνεπώς, με το άρθρο 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999, κατά την αληθή έννοια των θεσπιζόμενων μ’ αυτό διατάξεων, συναγόμενη από την ιστορική και συστηματική ερμηνεία τους, τίθεται ανώτατο όριο ακαθάριστων μηνιαίων απολαβών των υπαλλήλων στο οποίο, λόγω της αδιάστικτης διατύπωσης των εν λόγω διατάξεων, περιλαμβάνονται όλα τα ποσά που λαμβάνει ο υπάλληλος ανεξάρτητα από την αιτία χορήγησής τους. Αντίθετη δε ερμηνευτική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η έννοια των αποδοχών που, κατά το ως άνω άρθρο, δεν πρέπει να υπερβαίνουν το σύνολο των αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου, χωρίς οικογενειακή παροχή, προσδιορίζεται με το άρθρο 2 του ν. 2303/1995, αντίκειται στον, συναγόμενο από το απόλυτο της σχετικής λεκτικής διατύπωσης, σκοπό του νομοθέτη για αυτοτελή ρύθμιση του ανώτατου ορίου απολαβών από την προαναφερόμενη νεώτερη διάταξη του ν. 2768/1999, και, σε κάθε περίπτωση, δεν βρίσκει έρεισμα στη γραμματική διατύπωση των τελευταίων αυτών διατάξεων, καθόσον αυτές ρυθμίζουν άλλο ζήτημα, συγκεκριμένα, προσδιορίζουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο την έννοια των «αποδοχών» με σκοπό την πληρωμή τους μέσω του τραπεζικού συστήματος (βλ. 434/2002 απόφαση Ι Τμήμ. Ελ.Συν.). Περαιτέρω, ο ισχύον  πρόσθετος περιορισμός του άρθρου 11 παρ. 11 του ν. 2954/2001 στο όριο των μηνιαίων απολαβών από τη συμμετοχή σε συμβούλια, επιτροπές ή ομάδες εργασίας είναι επιμέρους περιορισμός κατά τη ρύθμιση ειδικότερου αντικειμένου και κινείται εντός του επιστεγαστικού πλαισίου του άρθρου 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999.  Τέτοιοι, επιμέρους περιορισμοί, διάσπαρτοι κατά περίπτωση στους ειδικότερους νόμους, αναφερόμενοι σε ειδικότερους μόνο συσχετισμούς μεταξύ αμοιβών από περισσότερες αιτίες, δε θίγουν, από τη φύση και τον προορισμό τους, κατ’ αρχήν, αν δεν υπάρχει αντίθετη νεώτερη νομοθετική ρύθμιση, τον ως άνω γενικό επιστεγαστικό κανόνα. (πρβλ. πρακτικά 8ης γενικής συνεδριάσεως της Ολομ. Ελ.Συν. της 8.4.1998). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το σύνολο των ακαθάριστων μηνιαίων απολαβών των υπαλλήλων του Δημοσίου, στις οποίες περιλαμβάνονται όλα τα ποσά που λαμβάνει ο υπάλληλος ανεξάρτητα από την αιτία χορήγησής τους, επομένως, και η αμοιβή από συμμετοχή σε επιτροπές, εντός και εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το σύνολο των εκάστοτε αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου, χωρίς οικογενειακή παροχή, η καταβολή δε οποιασδήποτε αμοιβής πέραν του ως άνω ορίου δεν είναι νόμιμη.   

6. Στην προκειμένη περίπτωση από τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα προκύπτουν τα ακόλουθα: Στο Υπουργείο Οικονομικών (Γενικό Λογιστήριο του Κράτους) συστήθηκε, με το άρθρο 17 του ν. 2860/2000 (ΦΕΚ 251 Α΄), επταμελής Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου, με Πρόεδρο τον εκάστοτε Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Διοίκησης και Δημοσιονομικών Ελέγχων με σκοπό τη διενέργεια, στο πλαίσιο εφαρμογής του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, ελέγχων των διαχειριστικών αρχών, της Αρχής Πληρωμής των τελικών δικαιούχων και πράξεων. Με το ίδιο άρθρο δόθηκε νομοθετική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών να συγκροτεί την επιτροπή αυτή και να καθορίζει την αποζημίωση του Προέδρου, των μελών και των γραμματέων αυτής. Σε εκτέλεση της ανωτέρω νομοθετικής εξουσιοδότησης εκδόθηκαν διαδοχικές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών με τις οποίες ορίστηκαν τα μέλη της επιτροπής για διάφορα χρονικά διαστήματα.  Κατά το κρίσιμο δε χρονικό διάστημα (Ιανουάριος 2003) ίσχυε η 2/35202/0004/26.6.2002 (ΦΕΚ 817 Β΄) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών που όριζε ως πρόεδρο της επιτροπής τον ----------------------, Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Διοίκησης και Δημοσιονομικών Ελέγχων. Εξάλλου, βάσει της ίδιας ως άνω νομοθετικής εξουσιοδότησης, εκδόθηκε η 2/33863/0022οικ/7.6.2001 (ΦΕΚ 746 Α΄) απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών «Καθορισμός αμοιβής του προέδρου, των μελών και των Γραμματέων της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου (Ε.Δ.Ε.Λ.)…….» που καθόρισε ως μηνιαία αμοιβή του Προέδρου της εν λόγω επιτροπής ύψους διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) δραχμών. Με το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα εντέλλεται η πληρωμή της ως άνω προβλεπόμενης αμοιβής για τη συμμετοχή στις συνεδριάσεις μηνός Ιανουαρίου 2003 σε πέντε μέλη της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου, στη Γραμματέα και τους λοιπούς τέσσερις υπαλλήλους της Γραμματείας της. Μεταξύ των φερόμενων ως δικαιούχων της εντελλόμενης δαπάνης περιλαμβάνεται και ο προαναφερόμενος Πρόεδρος της επιτροπής --------------------------, στον οποίο εντέλλεται η καταβολή αποζημίωσης ποσού 733,68 ευρώ. Όπως προκύπτει δε από το επισυναπτόμενο στο ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα εκκαθαριστικό μισθοδοσίας, τη μηνιαία μισθοδοτική κατάσταση χορήγησης ειδικής υπερωριακής αποζημίωσης υπαλλήλων Υπουργείου Οικονομικών και την υπεύθυνη δήλωση του ως άνω υπαλλήλου όπου αναφέρονται οι αμοιβές από συμμετοχή του σε επιτροπές, οι συνολικές ακαθάριστες απολαβές του, μαζί με την επίμαχη αποζημίωση, ανέρχονται, για το μήνα Ιανουάριο 2003, σε 5.930,66 ευρώ. Με βάση τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη νομική σκέψη που προηγήθηκε το Τμήμα κρίνει ότι δεν είναι νόμιμη η καταβολή στον ως άνω υπάλληλο της εντελλόμενης με το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα αμοιβής διότι η αμοιβή αυτή καταβάλλεται πέραν του καθοριζόμενου, με το άρθρο 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999, ανώτατου ορίου των δικαιουμένων απ’ αυτόν απολαβών. Συγκεκριμένα, με την αμοιβή αυτή το σύνολο των ακαθάριστων απολαβών του (5.930,66 ευρώ) υπερβαίνει το σύνολο των αποδοχών, χωρίς οικογενειακή παροχή, του Προέδρου του Αρείου Πάγου, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α΄), για το έτος 2003 διαμορφώνεται σε 4.921,39 ευρώ (βλ. 2/29069/0022/22.5.2003 εγκύκλιο του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών). Κατ’ ακολουθίαν τούτων, το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα με το οποίο εντέλλεται η πληρωμή και της ανωτέρω μη νόμιμης δαπάνης δεν πρέπει να θεωρηθεί.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Αποφαίνεται, ότι το υπ’ αριθ. 5169, οικονομικού έτους 2003, χρηματικό ένταλμα πληρωμής της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου στο Υπουργείο Οικονομικών, ποσού 6.661,79 ευρώ, δεν πρέπει να θεωρηθεί. 

 

Εκδόθηκε την 17.12.2003

spacer