ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΠΡΑΚΤΙΚΑ
ΤΗΣ 3ης ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΗΣ 23ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2005
ΜΕΛΗ: Κωνσταντίνος Ρίζος, Πρόεδρος, Χρήστος Χριστοφιλόπουλος, Γεώργιος - Σταύρος Κούρτης, Γεώργιος Σχοινιωτάκης, Ιωάννης Καραβοκύρης, Χρήστος Ντάκουρης, Νικόλαος Αγγελάρας, Αντιπρόεδροι, Ελένη Φώτη, Κωνσταντίνος Κώης, Κωνσταντίνος Κανδρής, Αθανάσιος Φρύδας, Μαρία Ζαγκλιβερινού, Αντώνιος Τομαράς, Ηλίας Αλεξανδρόπουλος, Θεοχάρης Δημακόπουλος, Φλωρεντία Καλδή, Γεώργιος Κωνσταντάς, Διονύσιος Λασκαράτος, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Ευάγγελος Νταής, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Σωτηρία Ντούνη. Νικόλαος Μηλιώνης, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου και Ασημίνα Σαντοριναίου, Σύμβουλοι. Οι Αντιπρόεδροι Μιχαήλ Δημητρόπουλος και Ευστάθιος Ροντογιάννης και οι Σύμβουλοι Ιωάννης Μπαλαφούτης, Ανδρονίκη Θεοτοκατου και Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη απουσίασαν δικαιολογημένα. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΓΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Βασίλειος Χασαπογιάννης, ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Γεώργιος Κομπολάκης, Επίτροπος, Προϊστάμενος της Γραμματείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου,
Α' ................................................................................................................................
Β' ................................................................................................................................
Γ' Στη συνέχεια η Σύμβουλος Σωτηρία Ντούνη, που ορίστηκε εισηγητής από το Ι Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, φέρει προς συζήτηση το θέμα, που λόγω μείζονος σπουδαιότητας, παραπέμφθηκε με το πρακτικό της 29ης/2.11.2004 Συνεδριάσεως του Τμήματος αυτού στην Ολομέλεια, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 21 παρ. 1 εδάφ. γ' του π.δ/τος 774/1980.
Η Σύμβουλος Σωτηρία Ντούνη εισηγείται ως ακολούθως :
1.Με την 152/2003 Πράξη του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου
έγινε δεκτό ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί το 5169, οικονομικού έτους 2003, χρηματικό ένταλμα πληρωμής της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου στο Υπουργείο Οικονομικών, ποσού 6.661,79 ευρώ, γιατί η εντελλόμενη με αυτό δαπάνη κατά το μέρος που αφορά στην καταβολή αμοιβής μηνός Ιανουαρίου 2003, ποσού 733,68 ευρώ, στον…………., Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Διοίκησης και Δημοσιονομικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και ex offcio Πρόεδρο της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου, για την συμμετοχή του στην επιτροπή αυτή δεν είναι νόμιμη, αφού το σύνολο των μηνιαίων απολαβών αυτού, συμπεριλαμβανομένης και .της κατά τα ανωτέρω εντελλόμενης αμοιβής του, υπερβαίνει το τιθέμενο από το άρθρο 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999 ανώτατο όριο αποδοχών, ήτοι το σύνολο των αποδοχών του Αρείου Πάγου, χωρίς οικογενειακή παροχή. Ακολούθως, ο ως άνω υπάλληλος, με την 20813/23.9.2004 αίτηση του προς το ίδιο Τμήμα, ζήτησε την ανάκληση της προαναφερόμενης Πράξης για του λόγους που αναφέρονται σ' αυτή. Το Τμήμα, εξετάζοντας εκ νέου την υπόθεση, έκρινε με τα πρακτικά της 29 ης Συνεδριάσεως αυτού της 2.11.2004 ότι τα ανακύπτοντα ζητήματα και ειδικότερα «α) αν στην έννοια «των ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών» των άρθρων 14 του ν. 2703/1999 και 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999 περιλαμβάνονται και οι πρόσθετες μηνιαίες αμοιβές των υπαλλήλων αυτών από συμμετοχή τους σε συμβούλια ή επιτροπές, δεδομένου ότι οι «ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές», εφόσον θεωρηθεί ότι σ' αυτές περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω πρόσθετες μηνιαίες αμοιβές, συναντούν πολύ γρηγορότερα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο αποδοχών απ' ότι οι «καθαρές μηνιαίες απολαβές» του προϊσχύσαντος άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 1256/1982 και β) αν οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2303/1995 εφαρμόζονται και κατά την ερμηνεία του όρου «αποδοχές» των άρθρων 14 του ν. 2703/1999 και 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999», είναι γενικότερης σημασίας και μείζονος σπουδαιότητας, γιατί αφορούν μεγάλο αριθμό υπαλλήλων του Δημοσίου των ο.τ.α. και των λοιπών ν.π.δ.δ., και για τον λόγο αυτό παρέπεμψε την προκείμενη υπόθεση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 1 εδ. γ' του π.δ. 774/1980. στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου.
2.Το άρθρο 14 του ν. 2703/1999 «Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., Ε.Π. των Τ.Ε.Ι., γιατρών Ε.Σ.Υ. και διπλωματικών υπαλλήλων, ρύθμιση συνταξιοδοτικών θεμάτων και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 72 Α') ορίζει ότι «Από 1 ης Ιανουαρίου 1999 παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 2303/1995 (ΦΕΚ 80 Α') και το ανώτατο όριο των ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών διέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 4 του ν. 2512/1997 (ΦΕΚ 138 Α'), της παραγράφου 14 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α'), του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 8 του άρθρου 7 του ν. 2606/1998 (ΦΕΚ 89 Α') και της παραγράφου 10 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου κατά τις διακρίσεις των διατάξεων αυτών (...)». Ακολούθως, το άρθρο 34 του ν. 2768/1999 «Ρύθμιση συνταξιοδοτικών θεμάτων, (..,)» (ΦΕΚ 273 Α') ορίζει στην παράγραφο 4 ότι: «Η αληθής έννοια των διατάξεων του άρθρου 14 του ν. 2703/1999 (ΦΕΚ 72 Α') είναι ότι το ανώτατο όριο αποδοχών που καθορίζεται από τις διατάξεις αυτές για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ., περιλαμβανομένων και των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το σύνολο των εκάστοτε αποδοχών του Αρείου Πάγου, χωρίς οικογενειακή παροχή».
3. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό ερμηνευόμενες συνάγονται τα ακόλουθα: Με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2703/1999 α) καταργήθηκε ο επιστεγαστικός περιορισμός (ανώτατο όριο) στις αποδοχές (απολαβές) των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. που είχε θεσπιστεί τόσο με την αρχική διατύπωση του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α'), όσο και με την μεταγενέστερη όπως οι διατάξεις αυτού αντικαταστάθηκαν διαδοχικά με τα άρθρα 33 του ν. 1326/1983 (ΦΕΚ 19 Α') και 4 παρ. 1 του ν. 2303/1995 (ΦΕΚ 80 Α') και β) τέθηκαν επί μέρους περιορισμοί στις αποδοχές των πολιτικών και στρατιωτικών συνταξιούχων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι συνταξιούχοι μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και Ε.Π. των Τ.Ε.Ϊ. και οι εξομοιούμενοι με αυτούς, καθώς και των ιατρών κλάδου ιατρών Ε.Σ.Υ.. Ακολούθως, ο νομοθέτης, με τις διατάξεις του 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999, θέλησε εσπευσμένα, οκτώ (8) μόλις μήνες μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 14 του ν. 2703/1999, να ανατρέψει την άρση του επιστεγαστικού περιορισμού και να θεσπίσει εκ νέου ανώτατο όριο στις αποδοχές των ως άνω υπαλλήλων και λειτουργών, με σκοπό τον περιορισμό της πολυθεσίας και της πολυαπασχόλησης (πρβλ. Πρακτικά της 9 ης Γενικής Συνεδριάσεως της Ολ. Ελ. Συν. της 5.4.2000). Κατά την έννοια, δε, των τελευταίων αυτών διατάξεων, όπως προκύπτει από την ιστορική και συστηματική ερμηνεία τους. στις «ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές» των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. περιλαμβάνονται όλες οι αμοιβές που οι ίδιοι εισπράττουν για εργασία παρεχόμενη στους ως άνω φορείς ή στο νομοθετημένο ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως εκάστοτε προσδιορίζεται, ανεξάρτητα, τόσο του ειδικότερου χαρακτηρισμού τους ως βασικού μισθού ή επιδόματος ή αποζημιώσεως, όσο και της καταβολής τους τακτικώς ή εκτάκτως λόγω συμμετοχής τους σε επιτροπές και συμβούλια, γιατί η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999 αναφέρεται στην έννοια των «αποδοχών» γενικά, χωρίς. να προβαίνει σε καμία διάκριση αυτών ή να εξαιρεί από αυτή συγκεκριμένη κατηγορία αμοιβών. Η παραδοχή της αντίθετης ερμηνευτικής άποψης, ότι δηλαδή η ως άνω έννοια των αποδοχών πρέπει να ερμηνεύεται στενά και να περιλαμβάνει αποκλειστικά και μόνο τις αμοιβές που καταβάλλονται στους ανωτέρω υπαλλήλους και λειτουργούς για εργασία παρεχόμενη στο πλαίσιο των κύριων καθηκόντων τους και εντός του κανονικού ωραρίου εργασίας τους, γιατί διαφορετικά η ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999 καθίσταται δυσμενέστερη της προγενέστερης όμοιας, αφού για την εξεύρεση του επιστεγαστικού περιορισμού των αποδοχών των ανωτέρω, υπαλλήλων, η υπέρβαση του οποίου άγει σε περικοπή αυτών, λαμβάνονται υπόψη οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές και όχι οι καθαρές μηνιαίες απολαβές (αποδοχές - αρθρ. 6 παρ. 1 του ν. 1256/1982), θα οδηγούσε σε περιγραφή του νόμου, αφού δεν διακρίνει και σε καταστρατήγηση του σκοπού θεσπίσεως των διατάξεων αυτών που, όπως προεκτέθηκε, είναι ο περιορισμός της πολυθεσίας και της πολυαπασχόλησης, καθόσον θα εστερείτο πεδίου εφαρμογής, δεδομένου ότι ενόψει των συνταγματικών εγγυήσεων για προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών, στα οποία, όπως γίνεται δεκτό περιλαμβάνεται και η καταβολή αυξημένων αποδοχών, δεν υφίσταται λειτουργός ή υπάλληλος του Δημοσίου. Ο.Τ.Α. -και Ν.Π.Δ.Δ. που να λαμβάνει «ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές», με την στενή έννοια που προεκτέθηκε, ανώτερες από εκείνες του Προέδρου του Αρείου Πάγου, χωρίς οικογενειακή παροχή.
4. Περαιτέρω, δεν είναι δυνατόν οι ως άνω «αποδοχές» να ταυτίζονται εννοιολογικά με τις «αποδοχές οργανικής θέσης» και τις «πρόσθετες αποδοχές» του άρθρου 104 παρ. 2 του Συντάγματος ή τις «τακτικές αποδοχές» του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. 4021/1959 (φ. 247 Α'), αφού, προεχόντως, η γραμματική διατύπωση των τελευταίων αυτών όρων είναι όλως διάφορη και οι τιθέμενοι στην έννοια «αποδοχές» προσδιορισμοί εισάγουν αντίστοιχους εννοιολογικούς περιορισμούς αυτής. Ούτε μπορεί να υποστηριχθεί ότι η έννοια των «αποδοχών» των υπαλλήλων και λειτουργών των ανωτέρω φορέων ταυτίζεται με την έννοια των «αποδοχών» του Προέδρου του Αρείου Πάγου, καθόσον η τελευταία, ενόψει, της ως άνω ιστορικής και συστηματικής ερμηνείας των επίμαχων διατάξεων, λαμβάνεται με το περιεχόμενο που καθοριζόταν ρητά από τις προϊσχύουσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 1256/1982 και του άρθρου 33 του ν. 1326/1983. Τέλος, η έννοια των «αποδοχών» του άρθρου 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999 δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι καθορίζεται στο άρθρο 2 του ν. 2303/1995 «Πληρωμή αποδοχών δημοσίων υπαλλήλων μέσω τραπεζικού συστήματος και άλλες διατάξεις» που εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 12 του ν. 2954/2001 (ΦΕΚ 72 Α') και ορίζει ότι στην έννοια του όρου «αποδοχές» των υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών «περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός, τα πάγια επιδόματα που συνεντέλλονται με αυτόν, καθώς και οι αποζημιώσεις και παροχές για ειδικές ή πρόσθετες εργασίες τους εντός των κυρίων καθηκόντων τους» (παρ. 1) και ότι «κάθε άλλη αποζημίωση που χορηγείται στους ανωτέρω για προσφορά εργασίας εκτός των κυρίων καθηκόντων τους αποτελεί πρόσθετη παροχή ή απολαβή» (παρ. 2). Και τούτο, γιατί με την τελευταία διάταξη ο νομοθέτης θέλησε πρωτίστως να καθορίσει τα επιμέρους χρηματικά ποσά που αποτελούν τις αποδοχές των υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών και πρέπει να πληρώνονται δια μέσου του τραπεζικού συστήματος κατ' εφαρμογή του νόμου αυτού, αλλά σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι η διάταξη αυτή θεσπίστηκε για τον προσδιορισμό της έννοιας «αποδοχές οργανικής θέσης» του άρθρου 104 παρ. 2 του Συντάγματος των υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών, όπως σχετικά διαλαμβάνει η οικεία εισηγητική έκθεση του ν. 2303/1995, και πάλι ο σκοπός θέσπισης της διάταξης αυτής δεν αφορά στον καθορισμό της έννοιας των εν γένει «αποδοχών» των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. του άρθρου 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999, καθόσον ρυθμίζει άλλο ζήτημα, αναφερόμενο αποκλειστικά και μόνο στους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών.
5. Κατ' ακολουθία αυτών, εισηγούμαι να γίνει δεκτό ότι α) στην έννοια «των ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών» των άρθρων 14 του ν. 2703/1999 και 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999 περιλαμβάνονται και οι πρόσθετες μηνιαίες αμοιβές των οικείων υπαλλήλων από συμμετοχή τους σε συμβούλια ή επιτροπές και β) κατά την ερμηνεία του όρου «ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές» των προαναφερομένων άρθρων δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2303/1995. Ακολούθως, η προκείμενη υπόθεση, πρέπει, κατά τα λοιπά, να αναπεμφθεί στο Τμήμα για την περαιτέρω εξέταση της (άρθρ. 21 παρ. 1 εδ. τέταρτο του π.δ. 774/1980)
Η Ολομέλεια μετά από μακρά διαλογική συζήτηση αποδέχθηκε ομόφωνα την εισήγηση της Συμβούλου Σωτηρίας Ντούνη.
Μετά το τέλος της συνεδριάσεως συντάχθηκε το παρόν πρακτικό, το οποίο, αφού θεωρήθηκε και εγκρίθηκε από τον Πρόεδρο, υπογράφεται από τον ίδιο και το Γραμματέα.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ-Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ