Ν.Δ. 3026/54 : Περί του Κώδικος των Δικηγόρων

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α' : ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΑΜΟΙΒΩΝ (άρθρ.91-99)

ΤΜΗΜΑ Β' : Άρθρον 91 :

1. Ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον.

2. Ο Δικηγόρος δικαιούται να αξιώση προ πάσης ενεργείας, ανάλογον προκαταβολήν δια τε την αμοιβήν αυτού, ως, και δια τας δπαάνας τας απαιτουμένας δια την ανατεθείσαν αυτώ εργασίαν, κατά τε την έναρξιν και την πρόοδον αυτής.

Άρθρον 92 :

1. Τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης είτε μέρος, ή κατ'ιδίαν πράξεις αυτής, ή άλλης πάσης φύσεως νομικάς εργασίας εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρ.98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής. "Πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της" (το δεύτερο εδάφιο της παρ.1, που είχε προστεθεί από την παρ.3 άρθρ.5 Ν.Δ.4272/62, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.8

Ν.1093/80, ΦΕΚ 270 Α').

2. Εν περιπτώσει συμφωνίας, όπως ο Δικηγόρος δια τας παρεχομένας υπηρεσίας αμείβεται μόνον δια παγίας περιοδικής αμοιβής (άρθρ.63 παρ.4 εδαφ.α), το ελάχιστον όριον αυτής καθορίζεται εκάστοτε διΆποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου αναλόγως: α)της κατηγορίας εις ην ανήκει ο δεχόμενος τας υπηρεσίας του Δικηγόρου, β)του δικαστηρίου παρ'ω ασκεί ο Δικηγόρος το λειτούργημα αυτού και γ)του χρόνου της δικηγορικής εν συνόλω υπηρεσίας και του χρόνου της παροχής των νομικών υπηρεσιών εις το φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον. Ο δια της άνω Υπουργικής αποφάσεως καθορισμός των ελαχίστων ορίων αμοιβής κατισχύει πάσης αντιθέτου συμφωνίας.

Εφ'όσον δια συμφωνίας ωρίσθη ποσόν αμοιβής κατώτερον του δια της άνω Υπουργικής αποφάσεως ωρισθέντων ελαχίστων ορίων, ισχύουσι τα κατώτατα ταύτα όρια δια τον καθορισμόν της αμοιβής. Η παρούσα διάταξις ισχύει και επί των προ της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου συναφθεισών συμφωνιών, μέχρι όμως εκδόσεως της σχετικής Υπουργικής αποφάσεως ισχύουσι τα συμπεφωνημένα.

3. Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι'εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας. Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνη τα 20% του αντικειμένου της δίκης.

4. Προκειμένου περί συμφωνίας καθ'ην εξαρτάται η αμοιβή της εκβάσεως της δίκης αφορώσης μισθούς, ημερομίσθια προσθέτους αμοιβάς δι'υπερωρίας, εργασίαν κατά τας Κυριακάς ή εορτάς, δώρα, αντίτιμον μη ληφθείσης αδείας, αποζημίωσιν δια καταγγελίαν της συμβάσεως και εν γένει πάσαν απαίτησιν αναγομένην εις την εργασιακήν σύμβασιν υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών, η περί ταύτης σύμβασις δέον να καταρτίζηται εγγράφως και να γνωστοποιήται εις τον Δικηγορικόν Σύλλογον ούτινος μέλος είναι ο Δικηγόρος. Η γνωστοποίησις δέον να γίνεται δια προσαγωγής αντιγράφου εις διπλούν του περί της συμβάσεως εγγράφου εις τα γραφεία του οικείου Συλλόγου, όστις δια του αρμοδίου υπαλλήλου βεβαιοί την προσαγωγήν δια πράξεως συντασσομένης κάτωθι του ενός των αντιγράφων, όπερ και παραλαμβάνει ο Δικηγόρος. Το έτερον των αντιγράφων παραμένει εις τα Αρχεία του Συλλόγου, και καταχωρείται εις ειδικόν βιβλίον. Η προσαγωγή δεόν να γίνεται εντός προθεσμίας είκοσιν ημερών από της καταρτίσεως της συμβάσεως. Παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης η σύμβασις θεωρείται εξ υπαρχής άκυρος.

5. Η κατά τα ανωτέρω συμφωνία, η εξαρτώσα την αμοιβήν εκ της εκβάσεως της δίκης, τότε μόνον ισχύει, όταν ο Δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωσιν να διεξαγάγη την δίκην μέχρι τελεσιδικίας χωρίς εν αποτυχία να λάβη αμοιβήν τινα ούτε αυτός ούτο ο κατά τον αυτόν ή άλλον βαθμόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος. Τοιαύτη συμφωνία δεν επιτρέπεται εις τους δικολάβους.

6. Εν αμφιβολία περί του αν εκερδήθη η δίκη κατά τα ανωτέρω, αποφαίνεται αμετακλήτως, αιτήσει του εντολέως ή του Δικηγόρου, το Συμβούλιον του Συλλόγου εις ον ανήκει ο Δικηγόρος.

"Άρθρον 92Α :

1. Σε περίπτωση που έχει συμφνωηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως:

α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο.

β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο.

γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο.

2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γιΆυτούς διατάξεις. Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος.

3. Δικηγόροι οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των καταστατικών, εσωτερικών κανονισμών ή με αποφάσεις αρμόδιων οργάνων, δικαιούνται προσαύξηση 10% στις αποδοχές του μισθολογικού κλιμακίου που ανήκουν.

4. Σε περίπτωση που ο δικηγόρος προσλαμβάνεται για την παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων είτε ατομικά είτε σε συμβούλιο με άλλους, οι συνολικές αποδοχές του κλιμακίου στο οποίο ανήκει μειώνονται κατά το 1/3" (το άρθρ.92Α, που είχε προστεθεί από το άρθρ.2 Ν.1093/80, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.12 Ν.1816/88, ΦΕΚ 251 Α').

Άρθρον 93 :

Είναι άκυρος πάσα συμφωνία περί παροχής αμοιβής προς βουλευτήν Δικηγόρον δια παροχήν οιασδήποτε υπηρεσίας παρΆυτού επί πάσης υποθέσεως διεκπεραιουμένης υπό των Διοικητικών Αρχών, πλην των δια τας ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων παρεχομένας Δικηγορικάς αμοιβάς. Τα δοθέντα αναζητούνται επιτρεπομένου τω δικαιούχω του εμμαρτύρου μέσου ανεξαρτήτως ποσού.

Άρθρον 94 :

"1. Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθρ.63 παρ.4, λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως, α)δια καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως, β)δια πτωχεύσεως ή διαλύσεως της εντολίδος εταιρείας και γ)δια πτωχεύσεως του εντολέως, δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς α)μίαν παγίαν μηνιαίαν περιοδικήν αμοιβήν αν έχη συμπληρώσει εξάμηνον υπηρεσίαν, β)τρεις τοιαύτας περιοδικάς αμοιβάς αν έχη συμπληρώσει διετίαν, γ)εξ τοιαύτας περιοδικάς αμοιβάς αν έχη συμπληρώσει πενταετίαν, ε)δώδεκα τοιαύτας αν έχη συμπληρώσει οκταετίαν, στ)δια τους έχοντας υπηρεσίαν άνω των οκτώ ετών προστίθεται δι'έκαστον επί πλέον έτος υπηρεσίας αμοιβή ενός και ημίσεος μηνός της αποζημιώσεως μη δυναμένης να υπερβή τας τριάκοντα παγίας αμοιβάς κατΆνώτατον όριον. Δια τον υπολογισμόν της παγίας μηνίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την αποζημίωσιν ταύτην λαμβάνεται υπ'όψιν μόνο παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικώς κατά νόμον ετησίως ή μηνιαίως σταθερώς υπό οιανδήποτε μορφήν, ουχί δε τυχόν αυξομειούμεναι κατά μήνα δαπάναι ή και αμοιβαί καθ'υπόθεσιν. Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρ.92 του παρόντος αμοιβήν του μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως".

(Για την αποζημίωση των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή και προστατεύονται από την ισχύουσα περί πολεμιστών νομοθεσία βλ. άρθρ.4 Ν.1093/80).

"2. Η κατά την παρ.1 αποζημίωσις καταβάλλεται μειωμένη εις το ήμισυ εις δικηγόρους και νομικούς ή δικαστικούς συμβούλους, παρέχοντες τας υπηρεσίας αυτών προς τους εντολείς των κατά τους όρους του άρθρ.63 παρ.4 του παρόντος Κώδικος εν περιπτώσει οικειοθελούς αποχωρήσεως αυτών εκ της υπηρεσίας δι'οιονδήποτε λόγον εφ'όσον έχουν συμπληρώσει εις τον αυτόν εντολέα τουλάχιστον δεκαπενταετή υπηρεσίαν, μειωμένη εις τα δύο τρίτα δια τους συμπληρώσαντας εικοσαετή υπηρεσίαν και ολόκληρος δια τους συμπληρώσαντας εικοσιοκταετή υπηρεσίαν.

Ειδικώς οι αποχωρούντες του δικηγορικού λειτουργήματος δικαιούνται της πλήρους αποζημιώσεως εφ'όσον έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον εικοσαετή υπηρεσίαν. Το δικαίωμα τούτο αργεί αν υπέπεσαν εις αδίκημα εκ των μνημονευομένων εις τα άρθρ.80 παρ.1 και 81 του παρόντος στρεφομένου δε κατά του εντολέως των. Η κατά τα άνω αποζημίωσις καταβάλλεται ανεξαρτήτως της συντάξεως ή άλλης οιασδήποτε περιοδικής χρηματικής παροχής, των οποίων τυχόν δικαιούνται οι ανωτέρω εξ οιασδήποτε πηγής.

Εάν όμως οι ανωτέρω δικαιούνται εκ της προς τον εντολέα υπηρεσίας των και εφ'άπαξ χρηματικής παροχής άμα τη συνταξιοδοτήσει των, η κατά την παρούσαν παράγραφον κατά περίπτωσιν αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνη το υπό του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων, κατά τον χρόνον της αποχωρήσεώς των καταβαλλόμενον εφ'άπαξ βοήθημα εις εφέτην, αποχωρούντα μετά συμπλήρωσιν του αυτού χρόνου υπηρεσίας" (η παρ.2, όπως είχε αντικατασταθεί από το άρθρ.3 Ν.1093/80 (ΦΕΚ 270 Α'), αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.17 Ν.1183/81 (ΦΕΚ 191 Α') της οποίας η ισχύς σύμφωνα με την παρ.3 του ίδιου άρθρου αρχίζει από την έναρξη ισχύος του άρθρ.3 Ν.1093/80).

3. Της αποζημιώσεως της παρ.2 του παρόντος άρθρου και υπό τας εν τη αυτή διακρίσεις εν περιπτώσει θανάτου του Δικηγόρου δικαιούνται η σύζυγος και τα ανήλικα άρρενα τέκνα και αι άγαμοι θυγατέρες αυτού.

4. Αι περί αδείας διατάξεις του Ν.539/45 εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Δικηγόρων και Νομικών ή Δικαστικών συμβούλων παρεχόντων τας υπηρεσίας αυτών προς τους εντολείς των κατά τους όρους του άρθρ.63 παρ.4 του παρόντος Νόμου.

Εφ'όσον παρ'εντολέων τηρούνται μέχρι σήμερον ευνοϊκώτεροι όροι χορηγήσεως της ανωτέρω αδείας εξακολουθούσιν ισχύοντες οι ευνοϊκώτεροι ούτοι όροι.

Οι αυτοί ως άνω Δικηγόροι και Νομικοί ή Δικαστικοί Σύμβουλοι δικαιούνται και του επιδόματος αδείας του χορηγουμένου κατά τας διατάξεις του υπΆριθ.551/63 Β.Δ/τος αναλόγως εφαρμοζομένου" (αι παρ.2, 3 και 4 προσετέθησαν και η επομένη πρώην παρ.2 ηριθμήθη ως 5 δια της παρ.2 άρθρ.8 Ν.4507/66).

(Για την αναρρωτική άδεια των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή βλ. άρθρ.5 Ν.1093/80, ΦΕΚ 270 Α').

5. Δικηγόροι μετατιθέμενοι δικαιούνται εις πληρωμήν της εισφοράς υπέρ του Συλλόγου εις ον μετατίθενται δια την εγγραφήν και την γινομένην συγχρόνως παρ'Εφέταις προαγωγήν των εις εξαμηνιαίας δόσεις, εφ'όσον προσκομίσωσι πιστοποίησιν παρά του Συλλόγου εξ ου μετατίθενται, εμφαίνουσαν ότι ελάμβανον μέχρι της μεταθέσεώς των παρΆυτού ως οικονομικήν ενίσχυσιν χρηματικά βοηθήματα. "6. Δεν επιτρέπεται, και αν γίνει είναι άκυρη, η καταγγελία συμβάσεως εργασίας των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με τους όρους του άρθρ.63 παρ.4, κατά το χρονικό διάστημα που είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, χωρίς την προηγούμενη άδεια του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Η άδεια αυτή δεν απαιτείται αν συντρέχουν οι περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρ.26 και το άρθρ.81 παρ.1 εδαφ.α' και β' του Κώδικα περί Δικηγόρων" (η παρ.6 προστέθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.23 Ν.1366/83, ΦΕΚ-81 Α').

(Το άρθρ.94 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.10 Ν.Δ.3790/57).

Άρθρον 95 :

1. Συμφωνία περί αμοιβής εις ποσοστόν ανώτερον του δεκάτου του αντικειμένου της δίκης τεκμαίρεται ως αφορώσα το εισπραχθησόμενον ποσόν ή επιδικασθησόμενον αντικείμενον.

Επί συμφωνίας εξαρτώσης την αμοιβήν εκ του αποτελέσματος η αμοιβή εισπράττεται είτε εξ αυτού του προίόντος της δίκης δι'ην συνεφωνήθη, είτε εκ της λοιπής περιουσίας του εντολέως, ο πληρεξούσιος όμως Δικηγόρος απολαύει προνομίου επί μόνου του προϊόντος της δίκης, απαγορευομένης πάσης εκχωρήσεως αυτού ή οιασδήποτε άλλης μεταβιβάσεως εν ζωή ή αιτία θανάτου ή κατασχέσεως, μέχρι του ποσού εις ο δικαιούται ο Δικηγόρος.

2. Η συμφωνία περί αμοιβής, ανεξαρτήτως εάν το αντικείμενον της δίκης ή της αμοιβής είναι κινητόν ή ακίνητον, αποδεικνύεται κατ'εξαίρεσιν των άρθρων 166 και 1033 του Αστικού Κώδικος, δια παντός είδους εγγράφων και δι'επιστολών απλών ως και δι'όρκου και ομολογίας, εφ'ων το ανάλογον τέλος επιβάλλεται κατά την καταβολήν της αμοιβής.

Διάδικος εισπράττων παρά του αντιδίκου αυτού δικαστικά έξοδα προκαταβληθέντα παρά του πληρεξουσίου του Δικηγόρου ή Δικηγορικάς αμοιβάς επιδικασθείσας διΆποφάσεως και μη αποδίδων ταύτας αμελλητί εις τον δικαιούχον διώκεται επί υπεξαιρέσει. Η συμπεφωνημένη αμοιβή οφείλεται και εάν η υπόθεσις λυθή συμβιβαστικώς επί του ποσού του συμβιβασμού.

Άρθρον 96 :

"1. Οι διάδικοι στις ποινικές υποθέσεις ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων κάθε βαθμού δικαιοδοσίας, ο δε κατηγορούμενος και κατά την απολογία του ενώπιον του τακτικού ανακριτή, είναι υποχρεωμένοι, όταν παρίστανται με δικηγόρο ή εκπροσωπούνται από δικηγόρο, να προκαταβάλλουν στο Ταμείο του Δικηγορικού Συλλόγου το οριζόμενο στο νόμο αντίστοιχο ποσό ελάχιστης αμοιβής για την παράσταση δικηγόρου ή και για τη σύνταξη υπομνήματος.

2. Οι διάδικοι στις πολιτικές υποθέσεις και ενώπιον τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωμένοι σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας και ενώπιον του εισηγητή και του εντεταλμένου δικαστή να προκαταβάλλουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο στο Ταμείο του Δικηγορικού Συλλόγου το οριζόμενο στο νόμο αυτόν αντίστοιχο ποσό αμοιβής δικηγόρου για κάθε πράξη της προδικασίας και την παράσταση.

Ειδικά για τις αγωγές, ανταγωγές, παρεμβάσεις, αιτήσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και αιτήσεις έκδοσης διαταγών πληρωμής, η αμοιβή που προκαταβάλλεται υπολογίζεται κατά το άρθρ.100 παρ.4.

3. Η υποχρεωτική προείσπραξη που προβλέπεται στις προηγούμενες παραγράφου ισχύει για κάθε νέα συζήτηση σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας και για τις ενδιάμεσες διαδικαστικές πράξεις που ασκούν οι διάδικοι.

4. Η προείσπραξη της αμοιβής που προβλέπεται στις παρ.1 και 2 δεν είναι υποχρεωτική σε αιτήσεις παράτασης προθεσμιών, σε υποθέσεις που εκδικάζονται με τη διαδικασία των μικροδιαφορών, σε εργατικές διαφορές αρμοδιότητας ειρηνοδικείου και σε αιτήσεις για έκδοση διαταγής πληρωμής αρμοδιότητας ειρηνοδίκου.

5. Από την υποχρέωση προκαταβολής της δικηγορικής αμοιβής απαλλάσσονται: α)εκείνοι που αναγνωρίζονται ως "πένητες" σύμφωνα με τα άρθρ.194 έως 204 του Κ.Πολ.Δ., β)όσοι εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρ.175 παρ.2 και 201 παρ.6 αυτού του νόμου, γ)το ελληνικό Δημόσιο και δ)οι διάδικοι που αμείβουν το δικηγόρο τους με πάγια αντιμισθία. Στην τελευταία αυτή περίπτωση προκαταβάλλεται από το διάδικο στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο το κατά την παρ.8 ποσοστό δικηγορικής αμοιβής. Η συνδρομή των περιπτ.β', γ' και δ' αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου, η οποία περιλαμβάνεται είτε στο έγγραφο που καταθέτει είτε σε χωριστό έγγραφο. "6. Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων που επιβάλλουν την προκαταβολή της δικηγορικής αμοιβής, ο δικηγόρος που παρίσταται υποχρεούται να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής της.

Δικηγόρος που παραβιάζει το προηγούμενο εδάφιο υποχρεούται να καταβάλλει κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προεισπραχθεί και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους εκατό έως πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών και σε περίπτωση υποτροπής με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από του δικηγορικού λειτουργήματος από δεκαπέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, τα παραπάνω όρια του ύψους του προστίμου μπορούν να αναπροσαρμόζονται.

Συνυπόχρεος σε ολόκληρο για την καταβολή του ποσού που έπρεπε να έχει προεισπραχθεί είναι και ο εντολέας του δικηγόρου, εφόσον είναι νομικό πρόσωπο και δεν αποδείξει την καταβολή της αμοιβής στον εντολοδόχο του.

Το ποσό του προστίμου και κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προεισπραχθεί, καταβάλλονται στο ταμείο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, εισπράττονται δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 παράγραφος 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων. "Οι προϊστάμενοι των γραμματειών όλων των δικαστηρίων υποχρεούνται στο τέλος κάθε μηνός να αποστέλλουν στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος γραμμάτιο προείσπραξης, μνημονεύοντας ταυτόχρονα τα στοιχεία του διαδίκου για τον οποίο παρέστησαν, τη δικονομική του θέση, την ημερομηνία δικασίμου, το δικαστήριο και το είδος της διαδικασίας", (το εντός "" εδάφιο προστέθηκε από την παρ.13β άρθρ.3 Ν.2479/97, ΦΕΚ 67 Α').

Μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος όσοι δικηγόροι έχουν παραλείψει την κατάθεση των γραμματίων προείσπραξης της δικηγορικής αμοιβής υποχρεούνται να προβούν στην κατάθεση των ποσών στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, διαφορετικά τα ποσά αυτά εισπράττονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ.2 του Κώδικα περί Δικηγόρων" (η παρ.6 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.11 άρθρ.5 Ν.2408/96, ΦΕΚ 104 Α')".

7. Ο Δικηγορικός Σύλλογος παρακρατεί από την αμοιβή που προεισπράττεται ποσοστό 10%, από το οποίο ποσοστό 2% προορίζεται για την κάλυψη των δαπανών προείσπραξης, ποσοστό 3% αποδίδεται στον "Κλάδο Επικουρικής Ασφαλίσεως" του Ταμείου Νομικών και ποσοστό 5% αποδίδεται στο οικείο Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων"

Ειδικώς οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης παρακρατούν από την αμοιβή που προεισπράττεται ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%), από το οποίο ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) προορίζεται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) προορίζεται για τον "ειδικό διανεμητικό λογαριασμό νέων δικηγόρων" του άρθρου 33 παρ. 2 του ν. 2915/2001, ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) αποδίδεται στον "Κλάδο Επικουρικής Ασφαλίσεως" του Ταμείου Νομικών και ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) αποδίδεται στο οικείο Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων - ΠΡΟΣΘ. ΕΔΑΦΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡ. 7 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 96 ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡ. 1 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 18 ΤΟΥ Ν. 3226/04, ΦΕΚ-24 Α

(το άρθρ.96 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.2 Ν.1649/86, ΦΕΚ 149 Α').

(ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Με την υπ΄αριθμ. Φ.41/1241/01 (ΦΕΚ 1426 Β΄) απόφαση Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών – Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ορίζεται ότι οι προβλεπόμενες εισφορές του παραπάνω άρθρου 96 το οποίο αρχικά είχε τροποποιηθεί από το άρθρο 23 του Ν.723/77 που καταβάλλονται με ένσημα υπέρ του Ταμείου Νομικών και του ΚΕΑΔ από 1 ης Ιανουαρίου 2002 ορίζονται σε ΕΥΡΩ και στρογγυλοποιούμενες αναπροσαρμόζονται ως εξής:

ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΕΣ ΒΛΕΠΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ)

Άρθρον 96Α :

"1. Από τις αμοιβές που προεισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, κάθε Δικηγορικός Σύλλογος έχει δικαίωμα να παρακρατεί, πέρα από τα προβλεπόμενα στην παρ.8 του προηγούμενου άρθρου, ποσοστό, που θα περιέρχεται, μαζί με τα παρακρατούμενα ποσοστά αμοιβών που προβλέπονται στην παρ.1 του άρθρ.161 του νόμου αυτού και στα άρθρ.9 και 10 του Ν.1093/80, σε ιδιαίτερο λογαριασμό για να διανέμονται μεταξύ μελών του Δικηγορικού Συλλόγου. Το ύψος του ποσοστού που θα παρακρατείται, τα κριτήρια συμμετοχής στο διανεμητικό λογαριασμό των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία του λογαριασμού αυτού ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Η υπουργική απόφαση εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, που εκφράζεται με πλειοψηφία των 2/3 των μελών του και επικυρώνεται από τη Γενική Συνέλευση του Συλλόγου που συγκαλείται ειδικά για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ.3 του άρθρ.215 του νόμου αυτού. Η ψηφοφορία μπορεί να διεξάγεται επί μία έως τρεις συνεχείς ημέρες, σύμφωνα με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ψηφίζουν τα 2/3 του συνόλου όσων ψηφοφόρησαν.

2. Στην απόφαση του Υπουργού ή σε ιδιαίτερη απόφασή του, που εκδίδεται κατά την προηγούμενη παράγραφο, είναι δυνατό να ορίζονται τα σχετικά με την παρακράτηση ποσοστών από αμοιβές δικηγόρων που διορίζονται σύμφωνα με το νόμο διαιτητές ή εκκαθαριστές κληρονομιών, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια για την προκαταβολή των αμοιβών, την περιέλευση του παρακρατούμενα ποσοστού σε ειδικό λογαριασμό και τα κριτήρια της συμμετοχής των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου στη διανομή του προϊόντος.

3. Μετά την αφαίρεση των ποσοστών που προαναφέρονται, το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής αποδίδεται στο δικαιούχο δικηγόρο.

4. Η παρακράτηση αμοιβών υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού αρχίζει από τη δημοσίευση των, κατά τις παρ.1 και 2, υπουργικών αποφάσεων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και δεν αφορά τις εκκρεμείς δίκες, σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκονται" (το άρθρ.96Α προστέθηκε από την παρ.2 άρθρ.2 Ν.1649/86, ΦΕΚ 149 Α').

Άρθρον 97 :

Άπασαι αι διατάξεις των άρθρ.92-96 εφαρμόζονται και επί των υφισταμένων συμφωνιών, ως και των ήδη οφειλομένων αμοιβών και δικαστικών εξόδων.

Άρθρον 98 :

1. Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τας διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενον κατά την κρίσιν του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκεπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητος της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών.

2. Κατά τον προσδιορισμόν τούτον η αποτίμησις εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθή υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις.

Άρθρον 99 :

Το ελάχιστον όριον της αμοιβής επί των πολιτικών υποθέσεων, των ποινικών και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και αρχών εκτός των εν άρθρ.94 και 124 αναγραφομένων, και των εξωδίκων, πλην των εν τοις άρθρ.160 και 161, είναι ίσον προς το γινόμενον των δραχμών, αίτινες αναγράφονται εν τω παρόντι και δι'εκάστην ειδικήν εργασίαν, επί συντελεστήν οριζόμενον διΆποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης, μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο ανωτέρω υπολογισμός επί τη βάσει του συντελεστού δεν λαμβάνει χώραν όπου κατά ποσοστόν επί της αξίας του αντικειμένου, πλην αν άλλως ορίζεται εις ειδικάς περιπτώσεις.

(1) Δια της υπΆριθ.125405/54 αποφ. Υπ.

Δικαιοσύνης, κυρωθείσης δια του Ν.3149/55, ο συντελεστής υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής ωρίσθη εις 9.

2) Δια της υπΆριθ.37317/67 αποφ. Υπ.

Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 253 Β') ωρίσθη εις 12.

3) Δια της υπΆριθ.84703/70 ομοίας (ΦΕΚ 608 Β') ωρίσθη εις 14.

4) Δια της υπΆριθ.126891/73 (ΦΕΚ 1427 Β') ομοίας, ωρίσθη εις 16.

5) Δια της υπΆριθ.72174/75 (ΦΕΚ 804 Β') ομοίας, ωρίσθη εις 30.

6) Με την 37326/79 (ΦΕΚ 461 Β') αποφ.

Υπ. Δικαιοσύνης ορίσθηκε σε 38 μονάδες.

7) Με την 25137/80 (ΦΕΚ 360 Β') απόφ.

Υπ. Δικαιοσύνης ορίσθηκε σε 45 μονάδες.

8) Με την 109008/83 (ΦΕΚ 680 Β') απόφ.

Υπ. Δικαιοσύνης, ορίστηκε σε εβδομήντα (70) μονάδες.

9) Με την 105195/85 (ΦΕΚ 716 Β') απόφ.

Υπ. Δικαιοσύνης, ορίστηκε σε 90 μονάδες. 10) Με την 70741/87 (ΦΕΚ 430 Β') απόφ.

Υπ. Δικαιοσύνης, ορίστηκε σε 108 μονάδες. 11) Με την 12398/89 (ΦΕΚ 131 Β') απόφ.

Υπ. Δικαιοσύνης, ορίστηκε σε 140 μονάδες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' : ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΟΡΙΑ ΑΜΟΙΒΩΝ (άρθρ.100-106)

A) Εργασίαι εις πολιτικάς υποθέσεις-Προδικασίαι

Άρθρον 100 :

1. Το ελάχιστον όριον της αμοιβής δια την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. Επί αγωγών εκ συναλλαγματικών και γραμματίων εις διαταγήν κατά την έκτακτον αυτών διαδικασίαν το ανωτέρω ποσοστόν μειούται εις το ήμισυ.

2. Εάν το αίτημα της αγωγής δεν συνίσταται εις ωρισμένην χρηματικήν απαίτησιν (π.χ. αγωγαί αναγνωριστικαί, νομής, κυριότητος, δουλειών, διανομής, ακυρότητος, διαλύσεως Εταιρείας κλπ.) το ελάχιστον όριον της αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω επί τη βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής.

3. Εάν το αίτημα της αγωγής είναι περιοδικαί παροχαί ή πρόσοδοι απροσδιορίστου χρόνου, το όριον τούτο καθορίζεται κατά τα άνω επί τη βάσει του δεκαπλού της ενιαυσίας παροχής ή προσόδου.

4. Εάν το αντικείμενον της αγωγής δεν δύναται φύσει νΆποτιμηθή εις χρήμα (π.χ. αγωγαί διαζυγίων, ακυρότητος γάμου, αποδοκιμασίας κλπ.) το όριον τούτο συνίσταται εις δραχ.20 δια τας ενώπιον του Ειρηνοδικείου αγωγάς, δραχ.50 δια τας ενώπιον του Πρωτοδικείου και δραχ.100 δια τας ενώπιον των λοιπών δικαστηρίων τοιαύτας.

Άρθρον 101 :

Εάν πλείονες αγωγαί ενωθώσιν εν τω αυτώ δικογράφω δι'εκάστην τούτων οφείλεται ιδιαιτέρα αμοιβή επί τη βάσει του ποσού ή του αιτήματος, ως εάν αι αγωγαί αύται συνετάσσοντο κεχωρισμένως εν ιδιαιτέροις δικογράφοις. Η διάταξις αύτη δεν εφαρμόζεται εις τας περιπτώσεις της παρ.5 του άρθρ.114 οσάκις το αυτό δικόγραφον αιτήσεως στρέφεται κατά πλειόνων ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων ακινήτων.

Άρθρον 102 :

Εάν το αίτημα της αγωγής είναι προφανώς εξωγκωμένον, το τοιούτον δε ηδύνατο να γίνη αντιληπτόν και παρΆυτού του δικηγόρου, το ελάχιστον όριον αμοιβής κανονίζεται επί τη βάσει του ποσού, όπερ έδει να ζητηθεί δια της αγωγής, εάν ο δικηγόρος εξηκρίβωσεν επιμελέστερον τα πράγματα, εκτός εάν δια τον ως άνω καθορισμόν του αιτήματος της αγωγής συνεμορφώθη προς έγγραφον εντολήν του εντολέως του ή του αντιπροσώπου του.

Άρθρον 103 :

Προς την αγωγήν εξομοιούται η ανταγωγή και η κυρία παρέμβασις είτε δι'ιδίου δικογράφου, είτε δια προτάσεων ασκούμεναι, η ανακοπή μετά διεκδικήσεως, η ανακοπή κατά πράξεων πάσης φύσεως αναγκαστικής εκτελέσεως, και η ανακοπή κατά πράξεων εφόρου.

Άρθρον 104 :

Δια την σύνταξιν ανακοινώσεως δίκης μετά προσεπικλήσεως εις παρέμβασιν, ανακοπής κατ'επιταγής, τριτανακοπής, ανακοπής κατά δηλώσεως επί κατασχέσεως, ανακοπής κατά συντηρητικού μέτρου, παρατηρήσεων ενώπιον του Συμβολαιογράφου ως προς την σύνταξιν του πίνακος, ανακοπής κατά πίνακος κατατάξεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι το ήμισυ του δια του προηγουμένου άρθρου ορισθέντος, ουδέποτε όμως κατώτερον των δραχ.20, εάν αύται απευθύνωνται ενώπιον του Ειρηνοδικείου, των δραχ.40 εάν αύται απευθύνωνται ενώπιον του Πρωτοδικείου και δραχ.80 εάν αύται απευθύνωνται ενώπιον των άλλων δικαστηρίων.

Άρθρον 105 :

1. Δια την σύνταξιν παρεμπιπτουσών αγωγών, αφορωσών εις ανατοκισμόν τόκων, εις πρόσθετον αποζημίωσιν ή εις καρπούς και τόκους συμπληρωματικούς ή μεταγενεστέρους, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται συμφώνως τω άρθρ.100 παρ.1.

2. Δια την σύνταξιν παρεμπιπτούσης αγωγής περί κύρους κατασχέσεως, αγωγής περί επαναλήψεως δίκης, απλής ανακοινώσεως, προσθέτου παρεμβάσεως και αιτήσεως περί προσωρινής κρατήσεως, το όριον τούτο είναι δραχμ.20 εάν απευθύνωνται ενώπιον του Ειρηνοδικείου και δραχμ.40 ενώπιον των άλλων δικαστηρίων.

Άρθρον 106 :

1. Δια την σύνταξιν πάσης αιτήσεως της επΆναφορά διαδικασίας απευθυνομένης ενώπιον του Πρωτοδικείου, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχ.40.

2. Δια την σύνταξιν αιτήσεως εξαιρέσεως δικαστών ή διαιτητών το όριον τούτο είναι δραχμ.25, εάν αύτη αφορά Ειρηνοδίκην και δραχμ.50 εάν αύτη αφορά άλλον δικαστήν.

3. Δια την σύνταξιν αιτήσεως περί παραπομπής ή περί κανονισμού αρμοδιότητος το όριον τουτο είναι δραχ.50, αιτήσεως δε περί εκποιήσεως πλοίου το όριον τούτο καθορίζεται συμφώνως τω άρθρ.100 παρ.1.

4. Δια την σύνταξιν πάσης άλλης αιτήσεως, μη ειδικώς προβλεπομένης εν τω παρόντι νόμω, το ελάχιστον όριον, είναι δραχμ.20 εάν αύτη απευθύνηται προς το Ειρηνοδικείον και δραχμ.40 εάν αύτη απευθύνηται προς άλλα Δικαστήρια.

B) Διαδικασίαι επ Άκροατηρίου - 1) Ενώπιον Ειρηνοδικείου και Πρωτοδικείου -Άρθρον 107 :

1. Δια την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του μεν Δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσον προς το δια την σύνταξιν αγωγής κλπ. οριζόμενον εν άρθρ.100 επ., του δε Δικηγόρου του ενάγοντος είναι το ήμισυ ταύτης.

Πάντως όμως ουδέποτε είναι κατώτερον των δραχ.20 δια τας ενώπιον του Ειρηνοδικείου υποθέσεις και των δραχ.50 δια τας ενώπιον του Πρωτοδικείου τοιαύτας.

2. Δια την σύνταξιν προτάσεων εφ'εκάστης των ενώπιον των αυτών δικαστηρίων επομένων συζητήσεων της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής των δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων είναι ίσον προς το εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενον δια τον Δικηγόρον του ενάγοντος.

3. Δια την σύνταξιν προτάσεων επί των εν άρθρ.105 παρεμπιπτουσών αγωγών κλπ. οσάκις αύται συνεκδικάζονται μετά της κυρίας αγωγής ο δικηγόρος δεν έχει δικαίωμα αμοιβής.

4. Δια την σύνταξιν προτάσεων επί πάσης συζητήσεως των εν άρθρ.106 αιτήσεων, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχ.20 προκειμένου περί Δικαστηρίου Πρωτοδικών, δραχ.100 προκειμένου περί Εφετείου και προκειμένου περί άλλων Δικαστηρίων δραχ.200. Εάν αι αιτήσεις αύται δικάζωνται μετΆντιδικίας, ο δικηγόρος του αντιδίκου του αιτούντος ελάχιστον όριον αμοιβής έχει το ήμισυ της του Δικηγόρου του αιτούντος.

Άρθρον 108 :

Το ελάχιστον όριον αμοιβής δια την σύνταξιν προτάσεων ενώπιον του Πρωτοδικείου, δικάζοντος ως δικαστηρίου β' βαθμού, κανονίζεται κατά τας διατάξεις του άρθρ.110.

Άρθρον 109 :

Δια παράστασιν προς συζήτησιν πάσης φύσεως υποθέσεως, πλην των ρητώς εν τω παρόντι νόμω άλλως κανονιζομένων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου και του Πρωτοδικείου, το ελάχιστον όριον αμοιβής είναι δια μεν το Ειρηνοδικείον δραχ.20 δια δε το Πρωτοδικείον δραχ.40.

2) Ενώπιον του Εφετείου - Άρθρον 110 :

1. Δια την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης ενώπιον του Εφετείου συζητήσεως πάσης υποθέσεως, το ελάχιστον όριον αμοιβής των Δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων είναι το διπλάσιον του δια τον Δικηγόρον του ενάγοντος ή του αιτούντος καθοριζομένου εν άρθρ.107 παρ.1 ορίου αμοιβής δια τας προτάσεις της πρώτης πρωτοδίκου συζητήσεως, δια δε την σύνταξιν προτάσεων εφ'εκάστης των επομένων συζητήσεων είναι το διπλάσιον του εν άρθρ.107 παρ.2 ορίου πάντως όμως κατΆμφοτέρας τας περιπτώσεις το όριον τούτο δεν δύναται να είναι κατώτερον των δραχ.80.

2. Ως πρώτη ενώπιον του Εφετείου συζήτησις θεωρείται η εφ'εκάστης ασκηθείσης εν τη αυτή υποθέσει εφέσεως, πρώτη τοιαύτη.

3. Οσάκις το Εφετείον δικάζει ως Δικαστήριον πρώτου βαθμού το ελάχιστον όριον της δια σύνταξιν προτάσεων αμοιβής, καθορίζεται κατά τας διατάξεις του άρθρ.107 επί τη βάσει του αντικειμένου της διαφοράς, πάντως όμως δεν δύναται να είναι κατώτερον των δραχ.60.

Άρθρον 111 :

Δια παράστασιν προς συζήτησιν πάσης φύσεως υποθέσεων ενώπιον του Εφετείου το ελάχιστον όριον αμοιβής είναι δραχ.50.

3) Ενώπιον του Αρείου Πάγου

Άρθρον 112 :

1. Δια την σύνταξιν των ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεων του αναιρεσείοντος, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχ.200.

2. Εάν παρά του αναιρεσείοντος υπεβλήθησαν πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, έστω και δια πλειόνων δικογράφων, χορηγείται δια τούτους ως ελάχιστον όριον αμοιβής το ήμισυ της κατά την παρ.1 αμοιβής. Δια την σύνταξιν των ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεων του αναιρεσιβλήτου το ελάχιστον όριον είναι δραχ.250.

Άρθρον 113 :

Δια παράστασιν προς συζήτησιν επί πάσης φύσεως υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχ.100. Τα των προηγουμένων άρθρων εφαρμόζονται αναλόγως επί των ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υποθέσεων.

4) Ενώπιον των Προέδρων και των Ειρηνοδικών

Άρθρον 114 :

1. Δια την σύνταξιν αγωγής περί εξώσεως λόγω καθυστερήσεως του μισθώματος ή λήξεως του χρόνου της συμβάσεως μισθώσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του Δικηγόρου είναι, ενώπιον μεν του Ειρηνοδίκου δραχ.15, ενώπιον δε του Προέδρου Πρωτοδικών δραχ.30. Επί πάσης άλλης αγωγής ή αιτήσεως διενέξεως ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών, το ελάχιστον όριον αμοιβής του Δικηγόρου δια την σύνταξιν των τοιούτων δικογράφων είναι δραχ.40, ενώπιον δε του Ειρηνοδίκου δραχ.20.

2. Δια παράτασιν προς συζήτησιν των ανωτέρω αγωγών ή αιτήσεων, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του δικηγόρου είναι όμοιον προς το κατά τας διακρίσεις του προηγουμένου εδαφίου.

Εφ'όσον όμως κατατίθεται και σημείωμα ή προτάσεις, το ελάχιστον όριον δια την σύνταξιν αυτών είναι δραχμαί μεν 20 ενώπιον του Ειρηνοδίκου δραχμαί δε 30 ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών.

3. Δια την σύνταξιν πάσης άλλης αιτήσεως, μη ειδικώς εν τω παρόντι κατονομαζομένης, το ελάχιστον όριον αμοιβής του Δικηγόρου είναι ενώπιον μεν του Ειρηνοδίκου δραχμ.15, ενώπιον δε του Προέδρου δραχμ.30. Δια παράστασιν κατά την συζήτησιν των τοιούτων αιτήσεων, το ελάχιστον όριον είναι όμοιον προς το κατά τας ανωτέρω διακρίσεις.

4. Δια την σύνταξιν αιτήσεως περί προτιμήσεως ορισμού δικασίμου ή Εισηγητού, αναστολής εκτελέσεως αποφάσεως περί εξώσεως λόγω καθυστερήσεως, περί παροχής απογράφου και παρατάσεως προθεσμίας, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του Δικηγόρου περιορίζεται εις το ήμισυ του ανωτέρω. Εις το ήμισυ επίσης περιορίζεται και το ελάχιστον όριον της αμοιβής του Δικηγόρου και δια την παράστασιν κατά την συζήτησιν των άνω πράξεων. Εάν αίτησίς τις, περί ης ειδικώς δεν προβλέπεται άλλως εν τω παρόντι, απευθύνεται προς τον Πρόεδρον των Εφετών, το δια την σύνταξιν αυτής ελάχιστον όριον της αμοιβής του Δικηγόρου είναι δραχ.40. Δια την κατά την συζήτησιν αυτής παράστασιν του Δικηγόρου το ελάχιστον όριον αμοιβής είναι επίσης δραχ.40.

Εάν τοιαύτη αίτησις απευθύνεται προς τον Πρόεδρον του Αρ. Πάγου, το δια την σύνταξιν αυτής ελάχιστον όριον αμοιβής του Δικηγόρου είναι δραχ.100 και δια την κατά την συζήτησιν αυτής παράστασιν του Δικηγόρου το ελάχιστον όριον είναι δραχ.100.

5. Προκειμένου περί αιτήσεως προσδιορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριουμένων δια δημοσίαν ανάγκην ή ωφέλειαν ακινήτων, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται υπό του άρθρ.100 επί τη βάσει της αξίας των ακινήτων τούτων. Το αυτό ισχύει και περί αγωγή ή πίνακος εξ αμοιβής Δικηγόρου, μηχανικού, ιατρού, κτηματομεσίτου κλπ.

Άρθρον 115 :

1. Δια την σύνταξιν των προς τον Ειρηνοδίκην απευθυνομένων αιτήσεων περί συγκλήσεως συγγενικού συμβουλίου, δια την σύνταξιν εκθέσεως επί λογοδοσιών ή δηλώσεων δυνάμει των Ν.ΒΩΜΑ' περί μεταλλείων και 551 περί εργατικών ατυχημάτων, περί σφραγίσεως ή αποσφραγίσεως, ως και δηλώσεων επί κατασχέσεων, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχ.30.

2. Δια την σύνταξιν αιτήσεων περί αντικαταστάσεως μεσεγγυούχων ή φύλακος και παντός είδους ενόρκων βεβαιώσεων, το όριον τούτο είναι δραχμ.30.

3. Δια παράστασιν εις χειραφεσίας, εις συγγενικά συμβούλια, εις λογοδοσίας, εις δηλώσεις δυνάμει των Ν.ΒΩΜΑ' και 551, το ελάχιστον όριον είναι δραχ.30, δια πάσαν δι'άλλην παράστασιν ενώπιον του Ειρηνοδίκου το όριον τούτο είναι δραχ.20.

Άρθρον 116 :

1. Δια την σύνταξιν αιτήσεως περί προσωρινών μέτρων το ελάχιστον όριον της αμοιβής καθορίζεται κατά το άρθρ.100 επί τη βάσει μεν του δεκαπλού της ετησίας προσόδου, εφ'όσον πρόκειται περί προσοδοφόρων κτημάτων, επί τη βάσει δε της αξίας της νομής ή και οιονεί νομής, της αποτελούσης το αντικείμενον της αιτήσεως εφ'όσον πρόκειται περί μη προσοδοφόρων κτημάτων ή απροσδιορίστου αξίας δικαιωμάτων, πάντως όμως κατΆμφοτέρας τας περιπτώσεις το όριον τούτο δεν δύναται να είναι κατώτερον των δραχ.50.

2. Η αξία της νομής ορίζεται δια της αξίας του κτήματος. Εάν η οιονεί νομή δουλειάς είναι αντικείμενον της αιτήσεως, η αξία της δουλείας ορίζεται δια της υπερτιμήσεως, ην αύτη προσδίδει εις το δεσπόζον κτήμα, εκτός εάν το ποσόν, καθ'ο μειούται η αξία του δουλεύοντος κτήματος, είναι μεγαλύτερον, οπότε ορίζεται κατά το μεγαλύτερον τούτο ποσόν.

3. Δια παράστασιν προς συζήτησιν επί προσωρινών μέτρων, εφ'όσον μετΆυτής γίνεται και διεξαγωγή μαρτυρικών αποδείξεων, το ελάχιστον όριον είναι δραχ.50. Ιδιαίτερα αμοιβή οφείλεται εάν πλην των άνω ενεργειών, ο Δικηγόρος εξέλθη της έδρας του.

Γ) Απόδειξις

Άρθρον 117 :

1. Δια την σύνταξιν αιτήσεως περί συντηρητικής αποδείξεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχ.15 επί διαφορών της αρμοδιότητος του Ειρηνοδικείου και δραχ.30 επί διαφορών της αρμοδιότητος του Πρωτοδικείου.

2. Δια την σύνταξιν αγωγής περί επιδείξεως εγγράφων ή αιτήσεως περί εξαιρέσεως ή αντικαταστάσεως πραγματογνώμονος, το όριον τούτο, είναι δραχ.15 εάν αύται απευθύνωνται προς το Ειρηνοδικείον, δραχ.30 εάν προς το Πρωτοδικείον και δραχ.40 εάν απευθύνωνται προς ανώτερα Δικαστήρια.

3. Δια την σύνταξιν γνωστοποιήσεως μαρτύρων, δηλώσεως υπαγωγής ή αντεπαγαγωγής ή αποδοχής όρκου, το όριον τούτο είναι δραχ.10 επί διαφορών αρμοδιότητος Ειρηνοδικείου και δραχ.15 επί διαφορών της αρμοδιότητος του Πρωτοδικείου.

4. Δια την σύνταξιν αιτήσεως προς Εισηγητήν, ως και δια την σύνταξιν κλήσεως προς μάρτυρα ή πραγματογνώμονα, το ελάχιστον όριον αμοιβής είναι δραχ.5.

Άρθρον 118 :

1. Δια παράστασιν είτε επΆκροατηρίω είτε ενώπιον Εισηγητού προς διεξαγωγήν μαρτυρικής αποδείξεως και δια παράστασιν κατά την ενέργειαν αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης μετΆποδείξεως και αυτοψίας, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχ.15 επί διαφορών της αρμοδιότητος του Ειρηνοδικείου και δραχ.30 επί διαφορών της αρμοδιότητος του Πρωτοδικείου.

2. Το όριον τούτο διπλασιάζεται προκειμένου περί διεξαγωγής αποδείξεων επί του επιδίκου τόπου.

3. Εν περιπτώσει ματαιώσεως ή αναβολής της διεξαγωγής τινός των εν λόγω αποδείξεων, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του μη υπαιτίου ταύτης Δικηγόρου είναι το ήμισυ των ανωτέρω.

4. Δια παράστασιν κατά την δόσιν όρκου διαδίκων ή πραγματογνωμόνων το όριον τούτο είναι δραχ.15 επί διαφορών της αρμοδιότητος του Ειρηνοδίκου και δραχ.30 επί διαφορών της αρμοδιότητος του Πρωτοδικείου.

Δ) Πτωχεύσεις

Άρθρον 119 :

1. Δια την σύνταξιν αιτήσεως περί πτωχεύσεως ή άλλης σχετικής προς την πτώχευσιν αιτήσεως ή προσφυγής προς το δικαστήριον (πλην των εν ταις επομέναις παραγράροις απαριθμουμένων περιπτώσεων), το ελάχιστον όριον αμοιβής είναι δραχμαί 30.

2. Δια την σύνταξιν αιτήσεως προς το Δικαστήριον περί επικυρώσεως εκλογής οριστικών συνδίκων ή ανακοπής του μη εγκαίρως επαληθεύσαντος πιστωτού, το όριον τούτο είναι δραχμαί 20.

3. Δια την σύνταξιν δηλώσεως εμπόρου περί παύσεως πληρωμής, ισολογισμού αυτού, προτάσεων περί συμβιβασμού, αιτήσεως αποκαταστάσεως ως και δια την σύνταξιν υπομνήματος ή λογοδοσίας του συνδίκου κατά παν στάδιον της πτωχεύσεως, το ελάχιστον όριον είναι δραχμαί 30.

4. Δια την σύνταξιν πάσης αιτήσεως προς τον Εισηγητήν της πτωχεύσεως, το όριον τούτο είναι δραχμαί 20.

5. Δια την σύνταξιν αντιρρήσεων ή ανακοπής κατά του συμβιβασμού ή αγωγής περί ακυρώσεως ή διαρρήξεως τούτου, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται κατά το άρθρον 100 επί τη βάσει του ποσού της απαιτήσεως του δανειστού ή του ενάγοντος.

Άρθρον 120 :

1. Δι'εκάστην παράστασιν κατά την απογραφήν των πραγμάτων πτωχεύσεως, κατά τας επαληθεύσεις των πιστωτών, κατά τας συνελεύσεις προς εκλογήν συνδίκου ή προς ένωσιν, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμαί 20.

2. Δια παράστασιν προς κατάθεσιν εγγράφων παρά τω Γραμματεί της πτωχεύσεως, το όριον τούτο είναι δραχμαί 10.

Ε) Λογιστική δίκη

Άρθρον 121 :

1. Δια την σύνταξιν κυρίας ή παρεμπιπτούσης αγωγής περί λογοδοσίας, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται κατά το άρθρον 100 επί τη βάσει του εικαζομένου ελλείμματος.

2. Δια την σύνταξιν λογαριασμών του δοσιλόγου ή παρατηρήσεως του δεξιλόγου (συμπεριλαμβανομένων και των κατόπιν παρατηρήσεων και αντιπαρατηρήσεων, ως και της συντάξεως πάντων των αποδεικτικών) το ελάχιστον όριον είναι δραχμαί 50.

3. Δια την σύνταξιν αναφοράς περί διορθώσεως λογιστικών λαθών ή ανακοπής τρίτων κατά την λογιστικήν διαδικασίαν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 20.

Άρθρον 122 :

Δια παράστασιν ενώπιον Εισηγητού, προς σύνταξιν εκθέσεως επί λογοδοσίας, το ελάχιστον όριον είναι δραχμαί 30, εφαρμοζομένης αναλόγως και της διατάξεως του άρθρου 118 παρ.3.

ΣΤ) Διαιτησίαι και συμβιβασμοί

Άρθρον 123 :

1. Δια την σύνταξιν προσκλήσεως προς υποβολήν της διαφοράς εις διαιτησίαν, ή αιτήσεως περί διαιτησίας κατά τον Ν.184 περί εμπορικών επιμελητηρίων ή κατά το άρθρ.145 επ., το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται κατά το άρθρον 100 επί τη βάσει του ποσού του αντικειμένου της διαφοράς, δεν δύναται όμως να είναι κατώτερον των δραχμών 100.

2. Ομοίως κανονίζεται το ελάχιστον όριον της αμοιβής δια την σύνταξιν αιτήσεως ή προσφυγής προς ερμηνείαν συμβάσεων ή λύσιν διαφορών μεταξύ του Κράτους και των αναδόχων παραχωρήσεώς τινος, ή των εργολάβων δημοσίων έργων, δεν δύναται όμως τούτο να είναι κατώτερον των δραχμών 150.

3. Ως προς την σύνταξιν υπομνημάτων ή προτάσεων, παράστασιν και εν γένει ως προς την διεξαγωγήν της διαδικασίας εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις αι αφορώσαι την ενώπιον των δικαστηρίων διαδικασίαν.

 Άρθρον 124 :

1. Δια την σύμπραξιν του Δικηγόρου προς επίτευξιν συμβιβασμού περιλαμβάνουσαν πάσας εν γένει τας προς τούτο ενεργείας μετά ή άνευ συντάξεως σχετικού εγγράφου επί πάσης φύσεως διαφορών, είτε εισαχθεισών προς δικαστικήν, διοικητικήν ή διαιτητικήν κρίσιν, είτε μη, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται επί τη βάσει του ποσού του συμβιβασμού και των αντικειμένων τούτου αποτιμωμένων εις χρήμα ως εξής. Μέχρι δραχμών 1000 προς 10% από 1001 μέχρι δραχμών 100.000 προς 7% και από 100.001 και πέραν προς 5%.

2. Εκ της κατά την προηγουμένην παραγράφου κανονιζομένης αμοιβής αφαιρούνται τα εις τον Δικηγόρον δοθέντα ως αμοιβή χρηματικά ποσά δια τας μέχρι του συμβιβασμού εκτελεσθείσας υπΆυτού εργασίας, πλην αν ταύτα υπερβαίνουσι τα ως άνω ποσά της δια συμβιβασμού αμοιβής, οπότε δια συμβιβασμού καταβάλλεται το ήμισυ των ανωτέρω ποσοστών.

Άρθρον 125 : 'Ενδικα μέσα

1. Δια την σύνταξιν ανακοπής κατ'ερήμην αποφάσεως το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμαί 15, εάν αύτη είναι του Ειρηνοδικείου ή του Ειρηνοδίκου, δρχ.30 εάν είναι του Πρωτοδικείου ή του Προέδρου των Πρωτοδικών και δραχ.50 εάν είναι των ανωτέρων δικαστηρίων.

2. Δια την σύνταξιν εφέσεως κατΆποφάσεως μεν του Ειρηνοδικείου ή του Ειρηνοδίκου το όριον τούτο είναι δραχμ.20, κατΆποφάσεως δε του Πρωτοδικείου ή Διαιτητικού Δικαστηρίου ή Προέδρου ή διαιτητού είναι δραχμ.40.

3. Δια την σύνταξιν αιτήσεως περί αναιρέσεως ως και την σύνταξιν αιτήσεως περί επαναλήψεως διαδικασίας, το όριον τούτο είναι δραχ.100.

Ζ) Εκτέλεσις

Άρθρον 126 :

Δια την διαδικασίαν προς περιαφήν τύπου εκτελέσεως επί αλλοδαπών τίτλων, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται κατά τα άρθρα 106 και 114.

Άρθρον 127 :

1. Δια την σύνταξιν επιταγής προς εκτέλεσιν τίτλων εκτελεστών το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται ως εξής: Επί αποφάσεως Ειρηνοδικείου ή Ειρηνοδίκου εις δραχμάς 20, επί αποφάσεως Πρωτοδίκου ή Προέδρου δραχμ.25, επί αποφάσεως Πρωτοδικείου δραχμ.40, επί αποφάσεως Εφετείου ή Προέδρου αυτού δραχμ.50, επί αποφάσεως Αρείου Πάγου ή Συμβουλίου Επικρατείας ή Προέδρου αυτών εις δραχμ.100, επί αποφάσεως Πταισματοδικών δραχμ.10, Πλημμελειοδικών δραχμ.30, Αγορανομικών, Στρατοδικείου και Ναυτοδικείου δραχμ.50, επί αποφάσεως Κακουργιοδικείων και Αρείου Πάγου, Αναθεωρητικού δικαστηρίου, πενταμελών Εφετείων δραχμ.75. "Εν πάση περιπτώσει η αμοιβή επί συντάξεως επιταγής προς πληρωμήν ουδέποτε δύναται να υπερβή το 1/4 του ποσού της δι'ην η επιταγή οφειλής" (προσετέθη δια του άρθρου 23 του Ν.Δ.3790/57, ΦΕΚ-209 Α').

2. Δια την σύνταξιν επιταγής προς εκτέλεσιν περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως το ελάχιστον όριον είναι δραχμ.30.

3. Εάν πλείονες εις ολόκληρον συνοφειλέται ή πλείονες συγκάτοχοι πράγματος επιτάσσωνται δι'ιδιαιτέρας επιταγής ή δια της αυτής επιταγής κοινοποιουμένης εν αντιγράφω εις έκαστον, μία οφείλεται αμοιβή.

4. Δια την σύνταξιν εντολής προς εκτέλεσιν τίτλων εν γένει εκτελεστών το όριον τούτο είναι δραχμ.25.

Άρθρον 128 :

1. Δια την σύνταξιν πάσης αιτήσεως προς το δικαστήριον σχετικής προς την διαδικασίαν της εκτελέσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.40.

2. Η αυτή αμοιβή παρέχεται δια την σύνταξιν αντιρρήσεων κατά της εκτελέσεως κατακυρωτικής περιλήψεως.

Άρθρον 129 :

Δια την σύνταξιν αναγγελίας προς τον Συμβολαιογράφον το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.40 κατ'ελάχιστον όριον.

Άρθρον 130 :

Δια παράστασιν κατά την ενέργειαν πλειστηριασμού το ελάχιστον όριον αμοιβής είναι δραχμ.100.

Δια παράστασιν κατά την σύνταξιν εκθέσεως προς κατάθεσιν τίτλων το όριον τούτο είναι δραχμ.20, δια δε παράστασιν προς σύνταξιν αντιρρήσεων ή επαναντιρρήσεων είναι δραχμ.80.

Άρθρον 131 :

Δια την σύνταξιν κατασχετηρίου το ελάχιστον όριον της αμοιβής επί υποθέσεων μεν της αρμοδιότητος του Ειρηνοδικείου είναι δραχμ.20, επί υποθέσεων δε της αρμοδιότητος του Πρωτοδικείου δραχμ.40.

Η) Διάφοροι διαδικαστικαί πράξεις

Άρθρον 132 :

1. Δια παράστασιν ενώπιον του Ειρηνοδικείου προς σύνταξιν πρακτικού είναι δραχμ.10, του δε Πρωτοδικείου δραχμ.30.

2. Δι'εκάστην παράστασιν εις σφράγισιν, αποσφράγισιν ή απογραφήν εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρ.119 παρ.1.

Άρθρον 133 :

1. Δια παράστασιν μεν ενώπιον γραμματέως Ειρηνοδικείου προς σύνταξιν εκθέσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.10, ενώπιον δε Γραμματέως Πρωτοδικείου είναι δραχμ.30 και ενώπιον Γραμματέως ανωτέρων Δικαστηρίων δραχμ.60.

2. Εάν πρόκειται περί εκθέσεως επί αντιρρήσεων κατ'εγγυοδοσίας ή περί εκθέσεως καταχωρίσεως εταιρικών συμβολαίων, το όριον τούτο είναι δραχμ.50.

Άρθρον 134 :

1. Δια την σύνταξιν δικογράφου κλήσεως προς διάδικον η αμοιβή είναι δραχμ.10 όταν αύτη απευθύνεται προς το Ειρηνοδικείον και δραχμ.20 όταν αύτη απευθύνεται προς ανωτέρα δικαστήρια.

2. Δια την σύνταξιν, συν τη αντιγραφή, αυτοτελούς παραγγελίας προς επίδοσιν αποφάσεων ή άλλων πράξεων, η αμοιβή αύτη είναι δραχμ.10.

Άρθρον 135 :

Δεν οφείλεται αμοιβή δια την επιμέλειαν προς λήψιν αντιγράφου δια την απλήν κατάθεσιν εγγράφων ή δικογραφιών εις τα δικαστήρια, δια την εγχείρισιν προτάσεων μεταξύ Δικηγόρων, δια την επιμέλειαν προς επίδοσιν εγγράφου ή δικογράφου καθώς και δια την επιμέλειαν προς εγγραφήν υποθέσεως εν τω πινακίω.

Άρθρον 136 :

Δια την αντιγραφήν παντός εγγράφου ή δικογράφου η αμοιβή είναι δραχμ.2 κατά φύλλον ανά δύο σελίδας χαρτοσήμου ή τμήμα τούτων, των εφΆπλού χάρτου αντιγράφων υπολογιζομένων κατΆναλογίαν περιεπτικότητος προς τα επί χαρτοσήμου τοιαύτα.

Άρθρον 137 :

1. Δια μετάφρασιν εις την Ελληνικήν εγγράφων εις ξένην γλώσσαν συντεταγμένων το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμαί 15 ανά εκάστην σελίδα χαρτοσήμου ή τμήμα ταύτης, αναλόγως προς εκείνην υπολογιζομένης της εφΆπλού χάρτου μεταφράσεως.

2. Δια μετάφρασιν από της Ελληνικής εις πάσαν άλλην ξένην γλώσσαν το όριον τούτο διπλασιάζεται.

3. Δια την επιμέλειαν προς επικύρωσιν μεταφράσεως ή υπογραφής ή δια την επιμέλειαν προς έκδοσιν αντιγράφου ή πιστοποιητικού εκ μεταφραστικού γραφείου το όριον τούτο είναι δραχ.15.

Άρθρον 138 :

Δια την σύνταξιν λογαριασμών, ισολογισμών ή άλλων πινάκων χρησίμων προς υπεράσπισιν ή υποστήριξιν δίκης ή άλλης υποθέσεως, είτε συναπτομένων εις δικογραφίαν τινά είτε μη, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχ.30.

Θ) Εργασίαι εις ποινικάς υποθέσεις

Άρθρον 139 :

1. Δια την σύνταξιν μηνύσεως ή εγκλήσεως το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχ.30.

2. Δια την σύνταξιν παντός είδους αιτήσεων προς οιανδήποτε δικαστικήν ποινικήν αρχήν το όριον τούτο είναι δραχμαί 20.

3. Δια την σύνταξιν υπομνημάτων οιουδήποτε διαδίκου κατά το στάδιον μεν της προανακρίσεως το όριον τούτο είναι δραχμ.30, κατά το στάδιον δε της κυρίας ανακρίσεως είναι δραχ.75.

Άρθρον 140 :

1. Δια μετάβασιν μετά του εντολέως εις Εισαγγελίαν κλπ., προς εγχείρισν μηνύσεως ή εγκλήσεως η αμοιβή ορίζεται εις δραχ.15.

2. Δια παράστασιν είτε προς παροχήν πληροφοριών ή διασαφήσεως, είτε προς ανάπτυξιν μηνύσεως, αιτήσεως ή υπομνήματος ενώπιον μεν Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχ.20, ενώπιον δε του Εισαγγελέως Εφετών είναι δραχ.40.

Άρθρον 141 :

1. Δια την εν γένει παρακολούθησιν της πορείας ποινικής υποθέσεως, κατά μεν το στάδιον της προανακρίσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.30, κατά δε το στάδιον της κυρίας ανακρίσεως είναι δραχμ.60.

2. Δεν οφείλεται αμοιβή δια την παρακολούθησιν ποινικής υποθέσεως από τη υποβολής αυτής εις το Συμβούλιον μέχρι της εκδόσεως βουλεύματος ή από της ωριμότητος αυτής μέχρι του προσδιορισμού της δικασίμου.

3. Δια την παράστασιν ενώπιον του Συμβουλίου των Πλημμελειοδικών το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.30 και ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών δραχμ.60.

Άρθρον 142 :

1. Δι'εκάστην παράστασιν κατΆπολογίαν κατηγορουμένου ενώπιον ανακριτού το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχ.25.

2. Δι'εκάστην παράστασιν κατΆπολογίαν κατηγορουμένου ενώπιον ανακριτού το όριον τούτο είναι δραχμαί 40, εάν η πράξις δι'ην απηγγέλθη η κατηγορία χαρακτηρίζεται ως πλημμέλημα και δραχμαί 100 εάν η πράξις αύτη χαρακτηρίζεται ως κακούργημα.

3. Δι'εκάστην παράστασιν εις άλλην ανακριτικήν πράξιν, ενώπιον μεν ανακριτικού υπαλλήλου το όριον τούτο είναι δραχμαί 20, ενώπιον δε ανακριτού είναι δραχμαί 40.

Άρθρον 143 :

Δια την σύνταξιν υπομνήματος οιουδήποτε διαδίκου περί ποινικής ή πειθαρχικής υποθέσεως, απαυθυνομένου μεν προς το Συμβούλιον των Πλημμελειοδικών ή προς Διοικητικόν ή Ειδικόν Δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμαί 50, απευθυνομένου δε προς το Συμβούλιον των Εφετών ως πρώτου βαθμού τοιούτον, είναι δραχμαί 100.

Άρθρον 144 :

1. Δια την μελέτην δικογραφίας ποινικής υποθέσεως το πρώτον ανατιθεμένης προς υπεράσπισιν ενώπιον του ακροατηρίου, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμαί 30 προκειμένου περί πλημμελήματος εισαχθέντος εις το Πλημμελειοδικείον, δραχμαί 50 προκειμένου περί πλημμελήματος εισαχθέντος εις το Εφετείον και δραχμαί 100 προκειμένου περί κακουργήματος.

2. Προκειμένου περί υποθέσεως εισαχθείσης εις το Στρατοδικείον ή το Ναυτοδικείον ή το Αεροδικείον, το όριον τούτο κανονίζεται κατά τα άνω αναλόγως του χαρακτηρισμού της πράξεως ως πλημμελήματος ή κακουργήματος.

3. Η εν τω παρόντι άρθρω αμοιβή μόνον εφ'άπαξ οφείλεται.

4. Δεν οφείλεται ιδιαιτέρα αμοιβή δια μελέτην δικογραφίας αφορώσης υπόθεσιν πταισματικήν ή δια μελέτην δικογραφίας οσάκις επηκολούθησε παράστασις αμειβομένη κατά το επόμενον άρθρον.

Άρθρον 145 :

1. Δια παράστασιν εις το ακροατήριον Πταισματοδικείου το ελάχιστον όριον της αμοιβής του Δικηγόρου είναι δραχμ.20.

2. Δια παράστασιν εις το ακροατήριον του Πλημμελειοδικείου, προκειμένου μεν περί μονομελούς Πλημμελειοδικείου, το ελάχιστον όριον είναι δραχμ.30, προκειμένου δε περί τριμελούς Πλημμελειοδικείου το όριον τούτο είναι δραχμ.50.

3. Δια παράστασιν εις το ακροατήριον Εφετείου το ελάχιστον όριον αμοιβής του Δικηγόρου είναι δραχμ.100, προκειμένου περί πλημμελήματος και δραχμ.150 προκειμένου περί κακουργήματος.

4. Δια παρ'στασιν εις το ακροατήριον Κακουργιοδικείου το όριον τούτο είναι δραχμαί 200.

5. Δια παράστασιν εις το ακροατήριον Στρατοδικείου ή Ναυτοδικείου ή Αεροδικείου, το όριον τούτο είναι δραχμ.100 προκειμένου περί πλημμελήματος και δραχμ.150 προκειμένου περί κακουργήματος.

6. Δια παράστασιν εις διοικητικά ή ειδικά δικαστήρια, πλην των ανωτέρω, δια ποινικήν ή πειθαρχικήν υπόθεσιν, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του Δικηγόρου είναι δραχμ.100.

7. Τα εν ταις ανωτέρω παραγράφοις καθοριζόμενα, είναι τα ελάχιστα όρια αμοιβής όταν η διαδικασία διαρκεί μίαν το πολύ εργάσιμον ημέραν, επί μακροτέρας δε διαρκείας της διαδικασίας, το ανωτέρω ελάχιστον όριον προσαυξάνεται κατά 25% δια πάσαν επί πλέον εργάσιμον ημέραν ή μέρος ταύτης.

Άρθρον 146 :

Δια παράστασιν προς σύνταξιν εφέσεως κατά βουλεύματος, ή προς σύνταξιν αιτήσεως ακυρώσεως ή εφέσεως ή αναιρέσεως κατΆποφάσεως Πλημμελειοδικείου ή Εφετείου, η αμοιβή είναι δραχμ.50.

Άρθρον 147 :

1. Δια την σύνταξιν υπομνήματος, επί μεν αιτήσεως αναθεωρήσεως το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.30, επί δε εφέσεως κατά βουλεύματος είναι δραχμ.60.

2. Δια την σύνταξιν προτάσεων επί αιτήσεως αναιρέσεως υπό του Δικηγόρου του αναιρεσείοντος το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμαί 150.

Άρθρον 148 :

1. Δια παράστασιν ενώπιον του τριμελούς Πλημμελειοδικείου επί εφέσεως κατά αποφάσεως μονομελούς Πλημμελειοδικείου το ελάχιστον όριον είναι δραχμ.50 και ενώπιον του Εφετείου επί εφέσεως κατά αποφάσεως του Πλημμελειοδικείου δραχμ.100, εφαρμοζομένης και της διατάξεως της παρ.7 του άρθρ.145.

2. Δια παράστασιν ενώπιον του Αναθεωρητικού (Στρατοδικείου ή Ναυτοδικείου η Αεροδικείου) το όριον τούτο είναι δραχμ.100.

3. Δια παράστασιν ενώπιον του Αρείου Πάγου, το όριον τούτο είναι δραχμ.150.

Άρθρον 149 :

Δια την σύνταξιν αιτήσεως περί αναστολής ποινής ή περί απονομής χάριτος, συμπεριλαμβανομένων και πασών των σχετικών επΆυτών ενεργειών το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.100.

Ι) Εργασίαι εις Διοικητικάς υποθέσεις - Άρθρον 150 :

1. Δια την σύνταξιν αιτήσεως προς πάσαν μη δικαστικήν αρχήν το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.15.

2. Δια την σύνταξιν δηλώσεως περί φόρου και τελών κληρονομίας ή δωρεάς ή εν ζωή ή αιτία θανάτου ή προικός το όριον τούτο είναι δραχμ.50 πέραν δε δηλουμένης αξίας 10.000 μεταλλικών το ελάχιστον όριον είναι δραχμ.100 και πέραν των 30.000 μεταλλικών δραχμών είναι δραχμ.200.

3. Δια την σύνταξιν δηλώσεως κατά τους λοιπούς εν γένει φορολογικούς νόμους το όριον τούτο είναι το ήμισυ της κατά το 'ρθρον 100 παρ.1 αμοιβής.

Άρθρον 151 :

1. Δια την σύνταξιν ενστάσεως κατά των φορολογικών καταλόγων το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.30.

2. Το ως άνω όριον διπλασιάζεται δια την σύνταξιν εφέσεως κατΆποφάσεως των Επιτροπών Α' βαθμού.

Άρθρον 152 :

1. Δια την σύνταξιν αιτήσεως, υπομνήματος ή ενστάσεως ή προσφυγής ή αντιρρήσεων ή ανακοπής, ή εφέσεως, ή οιουδήποτε άλλου εγγράφου, απευθυνομένων κατά τους διοικητικούς, δημοτικούς, φορολογικούς, τελωνειακούς, στρατολογικούς, εκλογικούς κλπ. νόμους προς Ειρηνοδίκην, ή διοικητικήν επιτροπήν ή άλλο διοικητικόν δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.30.

2. Εάν τα ως άνω έγγραφα απευθύνωνται προς δευτεροβάθμιον διοικητικόν δικαστήριον ή Επιτροπήν β' βαθμού προς Ειρηνοδίκην δικάζοντα κατά β' βαθμόν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 40.

Άρθρον 153 :

1. Δια παράστασιν ενώπιον των εν τω προηγουμενω άρθρω πρωτοβαθμίων διοικητικών δικαστηρίων κλπ. προς συζήτησιν διοικητικής υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.20.

2. Το όριον τούτο διπλασιάζεται δια παράστασιν προς συζήτησιν κατά β' βαθμόν.

3. Δια πάσαν αναγκαίαν παράστασιν προς προφορικήν ανάπτυξιν και υποστήριξιν διοικητικής υποθέσεως ενώπιον πάσης μη δικαστικής αρχής ή υπαλλήλων το όριον τούτο είναι δραχμ.30.

Άρθρον 154 :

Δια την κατάθεσιν σήματος, συμπεριλαμβανομένων και πασών των σχετικών εργασιών της προς κατάθεσιν διαδικασίας, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.100 προκειμένου περί ημεδαπού και δραχμ.300 προκειμένου περί αλλοδαπού τοιούτου.

Άρθρον 155 :

Αι διατάξεις των άρθρ.150-154 εφαρμόζονται αναλόγως και επί εργασιών ή υποθέσεων διεξαγομένων ενώπιον πάσης άλλης αρχής εξαιρετικής δικαιοδοσίας ή του αμφισβητουμένου διοικητικού, πλην των ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εις ας εφαρμόζονται αναλόγως αι περί των ενώπιον του Αρείου Πάγου υποθέσεων σχετικαί διατάξεις. "Δια τας ενώπιον των Φορολογικών Δικαστηρίων υποθέσεις εφαρμόζονται αι διατάξεις, αι αφορώσαι τας πολιτικάς υποθέσεις κατά την εξής διάκρισιν:

α) Δια τας ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών υποθέσεις, β)δια τας ενώπιον του τριμελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και δ)δια τας ενώπιον του δευτεορβαθμίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέσεως) αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις" (η εντός "" παράγραφος προσετέθη δια της παρ.2 άρθρ.4 Ν.4507/66).

(Επέκταση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρ.155 βλ. στο άρθρ.8 Ν.950/79).

ΙΑ) Εργασίαι Εξώδικοι - Άρθρον 156 :

1. Δια την παροχήν συμβουλής μετά μελέτην εγγράφων ή μετΆπόφασιν προς προφορικήν ανάπτυξιν υποθέσεως ή ζητήματος, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.30, προκειμένου περί της πρώτης συμβουλής και δραχμ.15 προκειμένου περί εκάστης των επομένων.

2. Ως επόμεναι συμβουλαί θεωρούνται αι αφορώσαι εις την συνέχισιν της αρξαμένης ενεργείας και ειδικώτερον αι παρασκευάζουσαι την τηρητέαν επί της υποθέσεως πορείαν.

3. Δια την παροχήν πληροφοριών περί του σημείου εις ο ευρίσκεται η υπόθεσις ουδεμία παρέχεται αμοιβή.

4. Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και όταν αι εν αυταίς εργασίαι εκτελώνται διΆλληλογραφίας.

Άρθρον 157 :

Τα εν τω προηγουμένω άρθρω ελάχιστα όρια διπλασιάζονται εις περίπτωσιν καθ'ην η συμβουλή παρέχεται κατόπιν προσκλήσεως υπό του εντολέως εν τη οικία ή εν τω γραφείω αυτού ή εν άλλω τόπω ή κατόπιν συμβουλίου μετ'άλλων δικηγόρων ή άλλων προσώπων.

"Άρθρον 157Α :

1. Κατά την πρώτη συνάντηση για την απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, κατά το άρθρο 214Α του Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος οφείλει να έχει προκαταβάλλει την αμοιβή του δικηγόρου του για παράσταση ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά τις κείμενες διατάξεις. Το σχετικό γραμμάτιο προείσπραξης προσαρτάται στο οικείο πρακτικό συμφωνίας ή αποτυχίας της απόπειρας ή στη συντασσόμενη δήλωση.

2. Δικηγόρος, που παραστάθηκε χωρίς να προσαρτηθεί το γραμμάτιο καταβολής της αμοιβής του, κατά την προηγούμενη παράγραφο, υπέχει την υποχρέωση και την ευθύνη που προβλέπεται στην παρ.11 του άρθρου 5 του Ν.2408/96, εφαρμοζομένων και των λοιπών διατάξεων της παραγράφου αυτής.

3. Αν επιτευχθεί εν όλω ή εν μέρει συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, οι δικηγόροι των διαδίκων δικαιούνται και την κατά το άρθρο 124 παρ.1 αμοιβή.

4. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται όταν υπάρχει συμφωνία αμοιβής που διέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 3 έως 6 του άρθρου 92 ή ο δικηγόρος απασχολείται με πάγια περιοδική αμοιβή, (το άρθρ.157Α που είχε προστεθεί από την παρ.2 άρθρ.1 Ν.2298/95 ΦΕΚ 62 Α', ισχύει ως άνω σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 6 Ν.2479/97, ΦΕΚ 67 Α', ενώ το άρθρο 1 του Ν.2298/95 καταργήθηκε από την παρ.5 του άρθρου 6 Ν.2479/97, ΦΕΚ 67 Α')".

(Με την παρ. 4 του άρθρου 6 του Ν. 2479/97, ΦΕΚ-67 Α' ορίζεται ότι : "Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται στις αγωγές που κατατίθενται από την 16η Σεπτεμβρίου 1999 και κατόπιν").

Άρθρον 158 :

Δι'έγγραφον γνωμοδότησιν επί νομικού ή πραγματικού ζητήματος, εγγράφως επί τούτω υποβαλλομένου, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.100.

Άρθρον 159 :

Δια μελέτην δικογραφίας περί μη ποινικής υποθέσεως εκκρεμούς ήδη ενώπιον Δικαστηρίων ή άλλης αρχής και το πρώτον ανατιθεμένης τω Δικηγόρω, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.15 επί υποθέσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου, δραχμ.30 επί υποθέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου ή άλλης μη δικαστικής αρχής και δραχμ.40 επί υποθέσεων ενώπιον των ανωτέρων Δικαστηρίων ή επί υποθέσεως αναγκαστικής εκτελέσεως.

Άρθρον 160 :

"Δια την εξέλεγξιν τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και την περί ταύτης σύνταξιν σχετικής εκθέσεως, εάν μεν επακολουθήση η κατά το άρθρ.161 σύνταξις υπό του Δικηγόρου εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλομένη εις τούτον αμοιβή ορίζεται εις 1 1/2% επί του ποσού της αξίας του ακινήτου.

Εις την αμοιβήν ταύτην περιλαμβάνεται και η υπό του άρθρ.161 προβλεπομένη αμοιβή. Εάν δεν επακολουθήση σύνταξις εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλομένη εις τον δικηγόρον αμοιβή ορίζεται εις το 1/3 της κατά τα άνω οριζομένης" (το άρθρ.160 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ.24 Ν.723/77, ΦΕΚ-300 Α').

Άρθρον 161 :

1. Για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημόσιων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου κάθε μέρους ορίζεται βάσει της αξίας του αντικειμένου της:

α) για το ποσό μέχρι δεκαπέντε εκατομμύρια (15.000.000) δρχ. ή 44.020,5429 ευρώ σε ποσοστό 1%,

β) για το ποσό από δεκαπέντε εκατομμύρια και μία (15.000.001) δρχ. ή 44.020,5458 ευρώ και μέχρι πεντακόσια εκατομμύρια (500.000.000) δρχ. ή 1.467.351,4306 ευρώ σε ποσοστό 0,5%,

γ) για το ποσό από πεντακόσια εκατομμύρια και μία (500.000.001) δρχ. ή 1.467.351,4336 ευρώ μέχρι ένα δισεκατομμύριο (1.000.000.000.) δρχ. ή 2.934.702,8613 ευρώ σε ποσοστό 0,4 %,

δ) για το ποσό από 1 δισεκατομμύριο και μία (1.000.000.001) δρχ. ή 2.934.702, 8642 ευρώ μέχρι δύο δισεκατομμύρια (2.000.000.000) δρχ. ή 5.869.405,7226 ευρώ σε ποσοστό 0,3%,

ε) για το ποσό από δύο δισεκατομμύρια και μία (2.000.000.001) δρχ. ή 5.869.405,7256 ευρώ μέχρι πέντε δισεκατομμύρια (5.000.000.000) δρχ. ή 14.673.514,3066 ευρώ σε ποσοστό 0,2 %,

στ) για το ποσό από πέντε δισεκατομμύρια και μία (5.000.000.001) δρχ. ή 14.673.514,3096 ευρώ μέχρι δέκα δισεκατομμύρια (10.000.000.000) δρχ. ή 29.347.028,6133 ευρώ σε ποσοστό 0,1 %,

ζ) για το ποσό από δέκα δισεκατομμύρια και μία (10.000.000.001) δρχ. ή 29.347.028,6162 ευρώ μέχρι είκοσι δισεκατομμύρια (20.000.000.000) δρχ. ή 58.694.057,2267 ευρώ σε ποσοστό 0,05% και

η) για το ποσό πέραν των είκοσι δισεκατομμυρίων και μιας (20.000.000.001) δρχ. ή 58.694.057,2296 ευρώ σε ποσοστό 0,01% - ΑΝΤΙΚ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡ. 2 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 37 ΤΟΥ Ν. 2915/01, ΦΕΚ-109 Α'. Είχε αντικατασταθεί από την παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 723/77, ΦΕΚ-300 Α'

(Παρατήρηση : Με την παρ. 3 του άρθρου 37 του Ν. 2915/01, ΦΕΚ-109 Α' ορίζεται ότι : "Τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 1 και τα ποσοστά που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος μπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Η επόμενη αναπροσαρμογή δεν μπορεί να γίνει πριν από την 1.1.2003").

2. Επί δικαιοπραξίας, ης το αντικείμενον είναι περιοδικαί παροχαί ή πρόσοδοι απορσδιορίστου χρόνου, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται κατά τα ανωτέρω επί τη βάσει του διπλασίου της ενιαυσίας παροχής ή προσόδου.

3. Επί δικαιοπραξίας, ης το αντικείμενον δεν συνίσταται εις ωρισμένην χρηματικήν ποσότητα, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται κατά τα ανωτέρω επί τη βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου τούτου.

4. Επί δικαιοπραξίας ή το αντικείμενον είναι φύσει απροσδιορίστου αξίας, το κατώτατον όριον ορίζεται εις δραχμ.150.

5. Επί δικαιοπραξίας επί πλειόνων αντικειμένων το όριον τούτο κανονίζεται κατά τα ανωτέρω επί τη βάσει της αξίας, ην εν συνόλω έχουσι τα αντικείμενα ταύτα.

(Δια της υπΆριθ.8113/56 αποφάσεως Υπουργού Δικαιοσύνης καθωρίσθη η αμοιβή των δικηγόρων δια τας παρασχεθείσας και παρεχομένας παρΆυτών πάσης φύσεως υπηρεσίας προς οιονδήποτε φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οργανισμόν, ίδρυμα κλπ. εν σχέσει με τα παρΆυτών χορηγηθέντα και χορηγούμενα δάνεια κατά τας διατάξεις των Νόμων περί Λαϊκής Κατοικίας εις 1% επί του ποσού του πραγματοποιουμένου δανείου με ελάχιστον όριον δραχμ.50 και μέγιστον δραχμ.100 δι'έκαστον πραγματοποιούμενον δάνειον.

Επί καταστατικών, συμβάσεων κλπ. του Ν.4171/61 περί μέτρων δι'υποβοήθησιν της αναπτύξεως της οικονομίας της χώρας, η δικηγορική αμοιβή ορίζεται εις 2ο/οο (άρθρ.2 παρ.6 Ν.4171/61)).

"6. Η κατά τας προηγουμένας παραγράφους αμοιβή του δικηγόρου προκαταβάλλεται εις τον οικείον Δικηγορικόν Σύλλογον, ο οποίος εκδίδει τριπλότυπον απόδειξιν.

Εν των αντιτύπων της αποδείξεως προσαρτάται υπό του συμβολαιογράφου εις το συμβόλαιον, επί πειθαρχική ποινή τούτου. Υπό του Δικηγορικού Συλλόγου προεισπραττομένη αμοιβή αποδίδεται εις τον δικαιούχον δικηγόρον μετά παρέλευσιν 15 τουλάχιστον ημερών. (Βλ. και άρθρ.4 Ν.950/79).

7. Εκ της κατά την προηγουμένην παράγραφον προκαταβαλλομένης αμοιβής, δύναται ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος να παρακρατήση ποσοστόν ταύτης, οριζόμενον διΆποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, εκδιδομένης μετΆπόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, λαμβανομένης δια πλειοψηφίας των 2/3 των μελών αυτού και δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Δια της αυτής ή ετέρας υπουργικής αποφάσεως κατά τον αυτόν τρόπον εκδιδομένης, καθορίζονται τα της συστάσεως ιδίου Λογαριασμού δια την συγκέντρωσιν των παρακρατουμένων ποσοστών, τα της διανομής αυτών εις τα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου, ως και πάσα σχετική λεπτομέρεια" (αι παρ.6 και 7 προσετέθησαν δια της παρ.2 άρθρ.25 Ν.723/77, ΦΕΚ-300 Α').

(Οι διατάξεις της παρ.7 εφαρμόζονται και στις δικηγορικές αμοιβές από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις Βλ. άρθρ.9 Ν.1093/80, ΦΕΚ 270 Α').

"8. Της κατά την παρ.6 υποχρεώσεως προκαταβολής εις τον οικείον Δικηγορικόν Σύλλογον της δικηγορικής αμοιβής απαλλάσσονται:

α)οι συμβαλλόμενοι οι εμπίπτοντες εις τας διατάξεις των άρθρ.175 παρ.2 και 201 παρ.6 του παρόντος νόμου, β)συμβαλλόμενοι των οποίων αι υποθέσεις διεξάγονται δια δικηγόρων αμειβομένων δια παγίας αντιμισθίας, εφ'όσον ούτοι έχουν προσληφθή εξ μηνάς προ της υπογραφής του οικείου συμβολαιογραφικού εγγράφου. Η συνδρομή των ως άνω περιπτώσεων αποδεικνύεται δι'εγγράφου υπευθύνου δηλώσεως του παρισταμένου δικηγόρου, θεωρουμένης της υπογραφής του υπό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και επισυναπτομένης εις το πρωτότυπον του συμβολαιογραφικού εγγράφου" - (η παρ.8 προστέθηκε από το άρθρ.3 Ν.950/79, ΦΕΚ 165 Α').

Στην πιο πάνω όμως περίπτωση με στοιχείο β΄ προκαταβάλλεται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο το κατά την παράγραφο 7 ποσοστό δικηγορικής αμοιβής – ΠΡΟΣΘ. ΕΔΑΦΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡ. 8 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 161 ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡ. 2 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 18 ΤΟΥ Ν. 3226/04, ΦΕΚ-24 Α’

Άρθρον 162 :

Δια την σύνταξιν εξωδίκων προσκλήσεων, διαμαρτυριών απαντήσεων, δηλώσεων ή άλλων ομοίας φύσεως εγγράφων κοινοποιουμένων ή μη, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.30.

Άρθρον 163 :

1. Δια παράστασιν ενώπιον συμβολαιογράφου κατά την υπογραφήν συμβολαίου, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.40.

2. Δια σύνταξιν πάσης αιτήσεως προς συμβολαιογράφον το ελάχιστον όριον είναι δραχμ.10.

Άρθρον 164 :

1. Δια την έρευναν εν τοις βιβλίοις μεταγραφών, υποθηκών ή κατασχέσεων, προς εξακρίβωσιν της ακινήτου ιδιοκτησίας προσώπου τινός και των βαρών αυτής, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι εν συνόλω δραχμ.60. Εάν όμως η εργασία αύτη είναι σαφής με τον έλεγχον τίτλων ή σύνταξιν εγγράφου, ουδεμία οφείλεται αμοιβή.

2. Δια την σύνταξιν πάσης αιτήσεως προς φύλακα μεταγραφών ή υποθηκών ή περιλήψεως (συμπεριλαμβανομένης της επιμελείας προς μεταγραφήν του τίτλου) προς εγγραφήν, μεταγραφήν ή διαγραφήν υποθήκης ή κατασχέσεως, προς λήψιν πιστοποιητικών κλπ., το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμ.15.

Άρθρον 165 :

Πλην των πράγματι δαπανηθέντων δι'οδοιπορικά έξοδα, εν πάση περιπτώσει καταβλητέων τω Δικηγόρω, το ελάχιστον όριον της αμοιβής δι'εργασίας ή πράξεις εκτός της έδρας του Δικαστηρίου ενεργηθείσας αυξάνεται:

α) Δια την κατά την διάρκειαν της ημέρας αναγκαίαν απουσίαν προς ενέργειαν πάσης πράξεως σχετικής προς την δοθείσαν εντολήν, κατά δραχμάς 30 τουλάχιστον ανά πάσαν ώραν απουσίας ή μέρος αυτής και μέχρι το πολύ δραχμών 100.

β) ΔιΆπουσίαν μιας ημέρας και πλέον εκ της έδρας κατά δραχμ.100 τουλάχιστον ανά πάσαν ημέραν ή μέρος αυτής.

Άρθρον 166 :

Πάσα άλλη εργασία Δικηγόρου εξώδικος, μη απαγορευμένη υπό του νόμου και δυναμένη να εκτελεσθή και παρ'οιουδήποτε άλλου εντολοδόχου, αμείβεται κατά τας διατάξεις του κοινού δικαίου, εκτός εάν υπάρχη συμφωνία περί αμοιβής, εγγράφως αποδεικνυομένη. Δια την πληρωμήν των τοιούτων αμοιβών δι'εξωδίκους ενεργείας, εφ'όσον δεν είναι συναφείς προς την άσκησιν του επαγγέλματος του Δικηγόρου, αποκλείεται η δια πίνακος εκκαθάρισις κατά την διαδικασίαν των άρθρων 181 και επ. του Κώδικος, εφαρμοζομένης της κοινής διαδικασίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ' : ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΖΟΜΕΝΑΙ ΕΙΣ ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ (άρθρ.167-179)

Άρθρον 167 :

Εάν αι εν τοις προηγουμένοις άρθροις αναφερόμεναι πράξεις και εργασίαι εγένοντο κατ'εντολήν πλειόνων του ενός, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του Δικηγόρου αυξάνεται κατά 5% δι'έκαστον των πέραν του ενός εντολέων, μη δυνάμενον εν πάση περιπτώσει να υπερβή το διπλάσιον.

Άρθρον 168 :

Επί πλειόνων εντολέων έκαστος τούτων είναι εις ολόκληρον υπόχρεως προς πληρωμήν της όλης αμοιβής, είτε της συμπεφωνημένης, είτε της κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου οφειλομένης.

Άρθρον 169 :

Δι'εργασίας ανατεθείσας κοινώς εις πλείονας Δικηγόρους, έκαστος τούτων δικαιούται να λάβη παρά του κοινού εντολέως πλήρη αμοιβήν κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, εξαιρουμένης της περιπτώσεως του άρθρου 124.

Άρθρον 170 :

Εάν, υπαρχούσης συμφωνίας περί αμοιβής, ανακληθή ή προς τον Δικηγόρον δοθείσα εντολή, εάν μεν η ανάκλησις είναι αδικαιολόγητος, ο εντολεύς υποχρεούται εις άμεσον εκτέλεσιν απασών των εκ της συμφωνίας υποχρεώσεων αυτού, εάν δε η ανάκλησις είναι δεδικαιολογημένη, αλλά εκ λόγων μη παρεχόντων δικαίωμα αγωγής κατά το άρθρον 56 της Πολ.

Δικονομίας, ο εντολεύς υποχρεούται εις καταβολήν των γενομένων δαπανών και της αμοιβής του Δικηγόρου δια τας μέχρι της ανακλήσεως εργασίας αυτού, επί τη βάσει των διατάξεων του παρόντος.

Άρθρον 171 :

Εάν, υπαρχούσης συμφωνίας περί αμοιβής, ο Δικηγόρος απόσχη της εκτελέσεως της ανατεθείσης αυτώ εντολής, εάν μεν η αποχή είναι αδικαιολόγητος, δικαιούται μόνον εις ανάληψιν των γενομένων δαπανών, ουχί δε και εις την αμοιβήν είτε συμφωνηθείσαν είτε νόμιμον, εάν δε η τοιαύτη αποχή είναι δικαιολογημένη, δικαιούται εις απόληψιν ου μόνον των γενομένων δαπανών, αλλά και αναλόγου προς τας γενομένας εργασίας αμοιβής.

Άρθρον 172 :

Εάν υπαρχούσης συμφωνίας περί αμοιβής δεν κατέστη εφικτή η περάτωσις της ανατεθείσης εις τον Δικηγόρον εντολής ένεκα θανάτου ή άλλου λόγου, πλην των εν ένεκα θανάτου ή άλλου λόγου, πλην των εν τοις άρθρ.170 και 171 αναφερομένων δικαιούται ούτος ή οι κληρονόμοι αυτού εις απόληψιν ου μόνον των γενομένων δαπανών, αλλά και αναλόγου προς τας γενομένας εργασίας αμοιβής επί τη βάσει της υπαρχούσης συμφωνίας.

Άρθρον 173 :

Η υπογραφή εγγράφου παρά Δικηγόρου χορηγεί αυτώ το δικαίωμα της κατά τον παρόντα Νόμον πλήρους δια την σύνταξιν του εγγράφου αμοιβής.

Άρθρον 174 :

Ο Δικηγόρος δια την υπεράσπισιν των ιδίων αυτού υποθέσεων, διεξαγομένων υπΆυτού τούτου αυτοπροσώπως, δικαιούται να ζητήση παρά του αντιδίκου αυτού επιδίκασιν αμοιβής δια τας εργασίας αυτού, ως εάν ήτο πληρεξούσιος Δικηγόρος επί ξένης υποθέσεως.

Άρθρον 175 :

1. Ο Δικηγόρος δεν δύναται να παράσχη τας υπηρεσίας αυτού δωρεάν ή επί αμοιβή ελάσσονι της υπό του παρόντος Νόμου κεκανονισμένης.

2. Εξαιρετικώς, επιτρέπεται η άνευ των περιορισμών της παρ.1 παροχή υπηρεσιών προς Δικηγόρον ή προς σύζυγον ή προς συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του τρίτου βαθμού ή εις αποδεδειγμένως απόρους, οίτινες όμως προκαταβάλλουσι τα δικαστικά έξοδα.

3. Η παράβασις των διατάξεων των ανωτέρω παραγράφων δύναται να κολάζεται πειθαρχικώς υπό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, εάν κρίνεται ότι αντίκειται εις την δικηγορικήν αξιοπρέπειαν.

Άρθρον 176 :

Δι'εργασίας ή πράξεις ή απασχολήσεις του Δικηγόρου δικαστικάς ή εξωδίκους περί της αμοιβής των οποίων δεν προνοούσιν ειδικώς τα προηγούμενα άρθρα, η αμοιβή αυτού, εν ελλείψει συμφωνίας, κανονίζεται κατΆνάλογον εφαρμογήν των διατάξεων του Κώδικος.

Άρθρον 177 :

Η υπό των Δικαστηρίων εκκαθάρισις των εξόδων και της δικηγορικής αμοιβής υπέρ του νικώντος διαδίκου, δεν είναι υποχρεωτική δια τον δικηγόρον έναντι του εντολέως αυτού.

Άρθρον 178 :

1. Οι Πρόεδροι και τα Δικαστήρια εν τη επιδικάσει δικηγορικών αμοιβών, δικαστικών εξόδων και τελών, ως και εν τη εκκαθαρίσει πινάκων Δικηγορικών αμοιβών, υποχρεούνται να εφαρμόζωσι τας περί ορίων αμοιβών διατάξεις του Κώδικος τούτου, μη δικαιούμενοι να περιορίζωσι ταύτας κάτω των ελαχίστων ορίων αμοιβών, έτι δε υποχρεούνται να λαμβάνωσιν υπ'όψει και τον υπό των διαδίκων υποχρεωτικώς παρατιθέμενον κάτωθι των προτάσεων πίνακα των γενομένων εξόδων και των καταβλητέων αμοιβών.

Η παράβασις των ανωτέρω υπό των δικαστών συνεπάγεται την πειθαρχικήν τιμωρίαν αυτών. Ο Δικηγόρος εις γνώσιν του οποίου περιήλθεν η τοιαύτη παράβασις, υποχρεούται να υποβάλη αίτησιν εις τον οικείον Δικηγορικόν Σύλλογον παρ'ω είναι εγγεγραμμένος. Την αίτησιν ταύτην το Διοικητικόν Συμβούλιον του Δικηγορικού Συλλόγου μετά γνωμοδοτήσεως, διαβιβάζει εις το Υπουργείον Δικαιοσύνης προς άσκησιν πειθαρχικής διώξεως κατά του παραβάτου δικαστού. Η επί της πειθαρχικής διώξεως του δικαστού απόφασις του Υπουργείου, ανακοινούται εις τον Δικηγορικόν Σύλλογον.

2. Δικηγόρος παραλείπων να γνωρίση τοιαύτην παράβασιν τιμωρείται πειθαρχικώς.

3. Κατά την ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών διαδικασίαν επί αιτήσεων πάσης φύσεως πλην των περί αδείας κατασχέσεως και προσημειώσεως, επιδικάζονται πάντοτε έξοδα και αμοιβή του Δικηγόρου του νικώντος διαδίκου.

Επίσης και επί αιτήσεων εξαιρέσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκου ή Προέδρου Πρωτοδικών ή Εφετών επιδικάζονται πάντοτε έξοδα και αμοιβή του Δικηγόρου του νικώντος διαδίκου, εκτός αν ο καθ'ου η αίτησις διάδικος συναινή εις την εξαίρεσιν, ότε επιδικάζονται μόνον τα έξοδα.

Επί δε των αιτήσεων παρατάσεως προθεσμίας ή χορηγήσεως αναστολής ή αναβολής εκτελέσεως, επιδικάζονται πάντοτε έξοδα και αμοιβή του δικηγόρου του καθ'ου η αίτησις. Επί αιτήσεων χορηγήσεως αναστολής ή αναβολής εκτελέσεως ή πλειστηριασμού δια καθορισμού δόσεων, υποχρεωτικώς αι πρώται δόσεις δέον να ορίζωνται παρά των Προέδρων προς εξόφλησιν των δικαστικών εξόδων, δικηγορικών αμοιβών και εξόδων εκτελέσεως.

Άρθρον 179 :

1. Αι διατάξεις των άρθρ.91 μέχρις 178 δεν εφαρμόζονται δια τους δικολάβους. "2. Επιτρέπεται εις τους Δικηγορικούς Συλλόγους να κανονίζωσι διΆποφάσεως αυτών τα των αμοιβών των προηγουμένων άρθρων εις ποσόν έλασσον του εν αυτοίς οριζομένου, ουχί όμως κατώτερον του ημίσεος" (η παρ.2 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ.1 άρθρ.5 Ν.Δ.4272/62, ΦΕΚ-188 Α').

3. Ο Δικηγόρος μέχρις εντελούς αποπληρωμης των οφειλομένων αυτώ δαπανών και αμοιβής, έχει το δικαίωμα επισχέσεως των εις χείρας του ευρισκομένων εγγράφων του εντολέως. Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου επί τη αιτήσει του έχοντος συμφέρον, δικαιούται δια πράξεώς του και προ πάσης πληρωμής των οφειλομένων δαπανών και αμοιβής, να άρη το δικαίωμα της επισχέσεως και να υποχρεώση τον Δικηγόρον εις άμεσον παράδοσιν των εις χείρας του εγγράφων, δύναται δε να εξαρτήση, δια της αυτής πράξεώς του, την άρσιν της επισχέσεως εκ της υπό του αιτούντος καταβολής χρηματικής εγγυήσεως εις το Ταμείον του Συλλόγου, υπέρ του Δικηγόρου.

Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ο Δικηγόρος υποχρεούται προ πάσης κοινοποιήσεως επιταγής να κοινοποιήση εις τον Δικηγορικόν Σύλλογον αντίγραφον της εκδοθείσης επί του πίνακος τελεσιδίκου Προεδρικής αποφάσεως μεθ'ο διΆποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου καταβάλλεται εις τον Δικηγόρον το κατατεθειμένον ποσόν προς μερικήν ή ολικήν εξόφλησιν του πίνακος ή διατάσσεται η απόδοσις του ποσού τούτου εν όλω ή εν μέρει εις τον δικαιούχον.

Το αυτό δικαίωμα έχουσι και οι κληρονόμοι του Δικηγόρου. Οι Γραμματείς των Δικαστηρίων εν γένει και των διοικητικών αρχών και Επιτροπών πάσης φύσεως, κλπ. υποχρεούνται να παραδίδωσι τα σχετικά της δικογραφίας ως και απόγραφον της αποφάσεως μόνον εις τον κατά την συζήτησιν της υποθέσεως παρασταθέντα Δικηγόρον ή εις τους κληρονόμους τούτου, νομιμοποιουμένους συμφώνως τω Νόμω ή κατόπιν εγγράφου εντολής τούτου, φερούσης την σφραγίδα του. Εν αρνήσει ή αδυναμία του Δικηγόρου ή των κληρονόμων τούτου δια την παράδοσιν των ανωτέρω εγγράφων, δύναται ο δικαιούχος να προσφύγη διΆιτήσεώς του προς τον αρμόδιον Πρόεδρον Πρωτοδικών, δικάζοντα κατά το άρθρ.634 Πολ. Δικ. όστις αποφασίζει περί της παραδόσεως τούτων, εφ'όσον όμως έχει προηγηθή ολοσχερής εξόφλησις των εξόδων και δικαιωμάτων των οριζομένων εν τω παρόντι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ' : ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΠΡΑΞΙΣ ΑΜΟΙΒΩΝ (άρθρ.180-192)

Άρθρον 180 :

1. Αι λόγω των δαπανών και της αμοιβής του Δικηγόρου μετά του εντολέως ή των κληρονόμων αυτού διαφοραί, είτε υπαρχούσης συμφωνίας είτε μη, ως και αι εκ παγίας περιοδικής αμοιβής και εξ αποζημιώσεως κατά το άρθρ.94 απαιτήσεις, φέρονται υπό του Δικηγόρου, ή υπό των κληρονόμων αυτού προς κρίσιν ή δια τακτικής αγωγής, δι'ην αρμόδιον είναι το δικαστήριον της κατοικίας του Δικηγόρου, ή δια πίνακος κατά τας επομένας διατάξεις ανεξαρτήτως εάν το αντικείμενον της αγωγής ή του πίνακος είναι κινητόν, ή ακίνητον.

2. Η επιλογή της αγωγής αποκλείει την υποβολήν πίνακος και τανάπαλιν.

Άρθρον 181 :

1. Ο πίναξ υποβάλλεται δια μεν τας ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή Πταισματοδικείου δίκας προς τον αρμόδιον Ειρηνοδίκην, δια πάσας δε τας λοιπάς εις τον Πρόεδρον των Πρωτοδικών της κατοικίας του Δικηγόρου.

2. Επί διοικητικών υποθέσεων ή επί εξωδίκων εργασιών, ο πίναξ υποβάλλεται προς τον Ειρηνοδίκην μεν της κατοικίας του Δικηγόρου προκειμένου περί απαιτήσεως του ποσού της αρμοδιότητος αυτού κατά την Πολ.Δικ. προς τον Πρόεδρον δε Πρωτοδικών του αυτού τόπου προκειμένου περί απαιτήσεως ανωτέρου ποσού.

Άρθρον 182 :

1. Εις τον προς τον αρμόδιον Πρόεδρον ή Ειρηνοδίκην υποβαλλόμενον πίνακα αναγράφονται κεχωρισμένως αι γενόμεναι εργασίαι και πράξεις, αι διΆυτάς αιτούμεναι αμοιβαί και αι σχετικαί δαπάναι.

2. Η υποβολή του πίνακος βεβαιούται δι'επισημειώσεως επΆυτού χρονολογουμένης και υπογραφομένης υπό του Προέδρου ή Ειρηνοδίκου και του Δικηγόρου.

3. Κοινοποίησις του πίνακος δεν απαιτείται. Ο Πρόεδρος όμως ή ο Ειρηνοδίκης δύναται να καλέση τον καθ'ου απευθύνεται εντολέα και να ζητήση παρΆυτού επί παρουσία πάντοτε του Δικηγόρου αν ήθελε κρίνει αναγκαίας πληροφορίας ή υποδείξεις.

Άρθρον 183 :

1. Ο κατά το προηγούμενον άρθρον πίναξ είναι απαράδεκτος εάν τρεις τουλάχιστον ημέρας προ της υποβολής αυτού ο Δικηγόρος δεν κοινοποιήση εις τον εντολέα λογαριασμόν περιέχοντα λεπτομερώς τα παρΆυτού αξιούμενα ποσά λόγω δαπανών και αμοιβής και τας τυχόν γενομένας προς αυτόν καταβολάς.

2. Εκ της εν τω λογαριασμώ τούτω ή οιωδήποτε άλλω προηγουμένω αναγραφής των γενομένων εργασιών και της απαιτήσεως αμοιβής, ο Δικηγόρος δεν δεσμεύεται κατά την δια πίνακος ή αγωγής δικαστικήν επιδίωξιν της πληρωμής, δυνάμενος τότε νΆξιώση δια ταύτας μείζονα αμοιβήν.

Άρθρον 184 :

1. Η επί του πίνακος κρίσις ως προς γενομένας εργασίας και δαπάνας, γίνεται εκ των ενόντων και επί τη βάσει βεβαιώσεων.

2. Κατά τον αυτόν τρόπον εξευρίσκεται η αξία του αντικειμένου της αγωγής ή της δικαιοπραξίας κατά τας περιπτώσεις των άρθρ.100 και 161.

3. Η εκκαθάρισις γίνεται δι'ολογράφου σημειώσεις του ποσού απέναντι εκάστου κονδυλίου του πίνακος, όστις κηρύσσεται εκτελεστός δια το σύνολον των εκκαθαρισθεισών ποσοτήτων διΆποφάσεως γραφομένης κάτωθι αυτού.

4. Επί της περιπτώσεως του άρθρ.161 παρ.3 λαμβάνεται υπ'όψει η κατά τον χρόνον της συζητήσεως του πίνακος πραγματική αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας.

5. Ο ηττώμενος διάδικος καταδικάζεται εις τα έξοδα. Εις τον Δικηγόρον επιδικάζονται τα δικαστικά έξοδα και η δικηγορική αμοιβή δια την σύνταξιν του λογαριασμού πίνακος ως και η παράστασις δια την συζήτησιν του πίνακος κατά τους όρους του παρόντος.

Άρθρον 185 :

1. Η κατά το προηγούμενον άρθρον απόφασις άμα μεν τη δημοσιεύσει αποτελεί τίτλον προς εγγραφήν δικαστικής υποθήκης, δύναται δε να εκτελεσθή αναγκαστικώς μετά παρέλευσιν τριών ημερών από της κοινοποιήσεως αυτής της προθεσμίας ταύτης μη επεκτεινομένης ένεκεν αποστάσεως, διαμονής εν τη αλλοδαπή ή διαμονής αγνώστου.

2. Η κατά της αποφάσεως ασκηθείσα τυχόν έφεσις ή η προθεσμία αυτής δεν έχει ανασταλτικήν δύναμιν, πλην αν ο εις δεύτερον βαθμόν δικάζων Πρόεδρος, δι'ητιολογημένης αποφάσεώς του, διατάξη άλλως προ της εκδόσεως αποφάσεως επί της εφέσεως.

Το αυτό δικαίωμα παρέχεται και εις τον αρμόδιον Πρόεδρον των Πρωτοδικών δυνάμενον να διατάξη άλλως υπό όρους ή μη.

Άρθρον 186 :

1. Κατά της εν άρθρ.184 παρ.3 αποφάσεως, επιτρέπεται εις τον Δικηγόρον ή τους κληρονόμους αυτού και εις τον εντολέα, έφεσις απυθυνομένη ενώπιον μεν του Προέδρου των Πρωτοδικών προκειμένου περί αποφάσεως Ειρηνοδίκου, ενώπιον δε του Προέδρου Εφετών προκειμένου περί αποφάσεως Προέδρου Πρωτοδικών.

2. Αρμόδιος Πρόεδρος προς ον απευθύνεται η έφεσις είναι ο εις την περιφέρειαν του οποίου υπάγεται ο εκδούς την εκκαλουμένη απόφασιν.

3. Η προθεσμία της εφέσεως, αρχομένη από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως, είναι δεκαήμερος, παρατεινομένη λόγω αποστάσεως.

Άρθρον 187 :

1. Η έφεσις ασκείται δια καταθέσεως κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας.

2. Αντίγραφον της εφέσεως, υποβάλλεται υπό του επιμελεστέρου των διαδίκων εις τον Πρόεδρον, όστις οφείλει εντός τριών ημερών να ορίση δια πράξεώς του τόπον και χρήσιν προς συζήτησιν αυτής. Αντίγραφον της εφέσεως κοινοποιείται προς τον αντίδικον.

3. Κατάθεσις προστίμου δεν απαιτείται, ο δε ηττώμενος διάδικος καταδικάζεται εις τα έξοδα.

4. Η κατά το παρόν άρθρον απόφασις εκτελείται κατά τα εν άρθρ.185 οριζόμενα. "4. Κατά της κατ'έφεσιν εκδιδομένης αποφάσεως επιτρέπεται εις τα εν παρ.1 του άρθρ.186 πρόσωπα η άσκησις αναιρέσεως εντός προθεσμίας είκοσιν ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως, μη παρεκτεινομένης λόγω αποστάσεως, δια τους λόγους, δι'ους επιτρέπεται αναίρεσις κατά των αποφάσεων των εκδιδομένων κατά την διαδικασίαν του Ν.ΒΧΗ'.

5. Η αναίρεσις ασκείται δια καταθέσεως κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας, απευθύνεται δε εις τον Πρόεδρον του Αρείου Πάγου και εκδικάζεται κατά τας διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων του παρόντος άρθρου. Αναιρουμένης της προσβαλλομένης αποφάσεως δια της επί της αναιρέσεως εκδιδομένης αποφάσεως εκδικάζεται κατ'ουσίαν η διαφορά εκ των ενόντων και επί τη βάσει βεβαιώσεων.

6. Αναίρεσις μη εισαχθείσα προς συζήτησιν εντός εξαμήνου από της καταθέσεως αυτής θεωρείται ως μη ασκηθείσα" (αι εντός "" παρ.4-6 προσετέθησαν δια του άρθρ.24 Ν.Δ.3790/57, ΦΕΚ-209 Α').

Άρθρον 188 :

1. Μετά την οριστικήν εκδίκασιν του πίνακος και εντός 30 ημερών από της προς τον Δικηγόρον κοινοποιήσεως υποχρεούται ούτος, όπως αποδώση εις τον εντολέα παν ποσόν, όπερ οπωσδήποτε έχει λάβει επί πλέον του οριστικώς επιδικασθέντος.

2. Η παράβασις της υποχρεώσεως ταύτης του Δικηγόρου τιμωρείται και πειθαρχικώς δια προσωρινής παύσεως τουλάχιστον τριών μηνών.

Άρθρον 189 :

Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου δύναται, υποβαλλομένης περί τούτου αιτήσεως, να διατάξη την υπό του Δικηγόρου υποβολήν του κατά το άρθρ.181 πίνακος, εντός προθεσμίας οριζομένης υπΆυτού. Ο Δικηγόρος, δυστροπών να εκτελέση την εντολήν ταύτην τιμωρείται πειθαρχικώς.

Άρθρον 190 :

Αι απαιτήσεις των Δικηγόρων δια τας αμοιβάς και δαπάνας αυτών παραγράφονται μετά πενταετίαν, αρχομένην, εάν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων, ή εξωδίκων εργασιών, από του τέλους του έτους καθ'ο ενηργήθη η σχετική πράξις, εάν δε πρόκειται περί δικών, από του τέλους του έτους, καθ' ο ενηργήθη υπ Άυτών τελευταία διαδικαστική πράξις.

Άρθρον 191 :

Ο κατά το άρθρ.181 υποβαλλόμενος πίναξ διακόπτει την παραγραφήν. Αι εξ αμοιβών και εξόδων απαιτήσεις των Δικηγόρων στηριζόμεναι εις τελεσίδικον πίνακα ή απόφασιν, κατατάσσονται εις τα προνόμια των άρθρ.940 εδαφ.1 και 991 εδαφ.1 της Πολ. Δικονομίας.

Άρθρον 192 :

Οι Δικηγόροι απαλλάσσονται της ευθύνης προς παραφυλακήν των εγγράφων μετά πάροδον πέντε ετών από της λήξεως της δι'ην η εντολή δίκης, προκειμένου δε περί εξωδίκων πράξεων από της εις αυτούς παραδόσεως των σχετικών εγγράφων.

(Δυνάμει του άρθρ.38 Εισαγ. Νόμου Κωδ. Πολιτ. Δικον. αι εκ των ανωτέρω διατάξεων, αναφερόμεναι εις την εκδίκασιν διαφορών δια τας αμοιβάς και τα έξοδα δικηγόρων και των νομίμων διορισμένων δικολάβων κατηργήθησαν, ισχύουσαι μόνον δια τας κατά την εισαγωγήν του Κωδ. Πολ. Δικον. εκκρεμείς δίκας, μέχρις αμετακλήτου αποφάσεως).

('Ηδη δια τας ως άνω διαφοράς σχύουσιν αι διατάξεις των άρθρ.721-725 του Κωδ.Πολιτ. Δικονομίας).